Δικαστήριο Ε.Ε.: Δεν είναι το Γιούρογκρουπ που αποφάσισε bail in
Απορρίφθηκαν προσφυγές Κυπρίων καταθετών που κουρεύτηκαν επειδή, σύμφωνα με το Ευρωπαικό Δικαστήριο, οι αποφάσεις ελήφθησαν από τις κυπριακές Αρχές
Στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αλλά και στην κυπριακή Κυβέρνηση παραπέμπει ουσιαστικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τους κουρεμένους καταθέτες και τα ασφαλιστικά ταμεία που προσέφυγαν σ’ αυτό για να ζητήσουν ακύρωση της πολιτικής συμφωνίας της Κύπρου με το Γιούρογκρουπ της 25ης Μαρτίου 2013, στο πλαίσιο της οποίας η τότε Αρχή Εξυγίανσης, δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών αποφάσισαν το κούρεμα των ανασφάλιστων καταθέσεων.
Απορρίπτοντας προσφυγές Κυπρίων πολιτών αλλά και ασφαλιστικών ταμείων, που ζητούσαν να ακυρωθεί η πολιτική συμφωνία του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2014 για τη διάσωση της Κύπρου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε, χθες, ότι:
«Η Ευρωομάδα (σ.σ. το Γιούρογκρουπ) εξέθεσε (στις 25 Μαρτίου 2013) σε πολύ γενικές γραμμές, ορισμένα μέτρα που συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο, δεν έλαβε καμία οριστική θέση ως προς τη χορήγηση στήριξης προς την Κύπρο ή ως προς τους όρους που το κράτος αυτό έπρεπε να τηρήσει και δεν ανέφερε ότι η συνδρομή (σ.σ. το δάνειο των 10 δισεκατομμυρίων) θα εχορηγείτο μόνο στην περίπτωση που η Κύπρος έθετε σε εφαρμογή μέτρα αναδιαρθρώσεως για τις τράπεζες».
Δεν παίρνει αποφάσεις
Απορρίπτοντας την προσφυγή των Κυπρίων πολιτών το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η προσβαλλόμενη δήλωση, αυτή της 25ης Μαρτίου 2013 δηλαδή, «έχει αμιγώς πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων».
Μια άλλη σημαντική πτυχή της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι αυτή που αναφέρεται στις εξουσίες του Γιούρογκρουπ:
Πρόκειται για φόρουμ συζητήσεων, αναφέρεται, σε υπουργικό επίπεδο, των αντιπροσώπων των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ και όχι όργανο που λαμβάνει αποφάσεις. Μολονότι προβλέπεται η συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στις συνόδους της Ευρωομάδας, η τελευταία αποτελεί άτυπη σύνοδο των υπουργών των κρατών μελών. Δεν της έχουν μεταβιβαστεί αρμοδιότητες της Επιτροπής ή της ΕΚΤ (αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες), ούτε τα θεσμικά αυτά όργανα έχουν αρμοδιότητα να της ασκούν έλεγχο. Επομένως, απεφάνθη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν οι δηλώσεις της Ευρωομάδας (όπως η προσβαλλόμενη δήλωση) στην Επιτροπή ή την ΕΚΤ.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, αφενός, τα καθήκοντα που ανατίθενται στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ στο πλαίσιο της Συνθήκης Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας δεν παρέχουν ιδία εξουσία λήψεως αποφάσεων και, αφετέρου, οι ενέργειες των εν λόγω δύο οργάνων στο πλαίσιο της ως άνω Συνθήκης δεσμεύουν μόνον τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.
Δεν αποφάσισε, συμφώνησε
Σχολιάζοντας την απόφαση, νομικοί κύκλοι ανέφεραν στην εφημερίδα μας ότι ουσιαστικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν είναι το Γιούρογκρουπ που πήρε την απόφαση για τους τρόπους και τα ποσοστά με τα οποία η Τράπεζα Κύπρου θα ανακεφαλαιοποιείτο.
«Το Γιούρογκρουπ, δεν αποφάσισε. Απλώς συμφώνησε με τις αποφάσεις της κυπριακής Κυβέρνησης», σημείωσαν. Αυτό τουλάχιστον λέει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αυτό όμως φαίνεται και στην ανακοίνωση για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Γιούρογκρουπ στις 25 Μαρτίου 2013. Η ανακοίνωση εκείνη ανέφερε, επί λέξει, τα εξής: «Μετά την παρουσίαση από τις Αρχές της Κύπρου σχεδίων των πολιτικών τους, τα οποία επικροτήθηκαν θερμά από το Eurogroup, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα…».
Η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσιζε
Σχολιάζοντας περαιτέρω την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου οι νομικοί κύκλοι που μίλησαν στη «Σ», τόνισαν ότι πέραν του ότι σημειώνεται ότι δεν είναι το Γιούρογκρουπ που αποφάσισε πώς θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τονίζεται ότι και αυτό να είχε συμβεί, το Γιούρογκρουπ δεν αποτελεί νομική οντότητα κατά της οποίας μπορεί να προσφύγει οποιοσδήποτε.
«Εκείνο που βασικά αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο χθες», συνέχισαν οι ίδιοι κύκλοι, «είναι ότι την απόφαση για την ανακεφαλαιοποίηση πήρε η Αρχή Εξυγίανσης στην Κύπρο ενεργώντας με βάση τον νόμο για εξυγίανση και τα δυο βασικά διατάγματα για τη Λαϊκή και την Τράπεζα Κύπρου. Αποφάσισε επίσης ότι το δάνειο των 10 δις δεν ήταν υπό την αίρεση οποιουδήποτε bail in ή οποιασδήποτε άλλης διευθέτησης στην οποία θα προέβαιναν οι κυπριακές Αρχές. Η παραχώρηση του δανείου εγκρίθηκε επειδή το Γιούρογκρουπ έκρινε ότι οι κυπριακές Αρχές πήραν ικανοποιητικά μέτρα, τα οποία κρίθηκε ότι αιτιολογούσαν τη βοήθεια των 10 δις».
Τι αναφέρει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όπως τη μετέδωσε χθες το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφέρει τα εξής:
«Τον Οκτώβριο του 2013 κατατέθηκαν προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με τις οποίες οι ενάγοντες/καταθέτες υποστήριζαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (η οποία αποτελεί κοινή απόφαση στην ουσία της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), πάσχει καθότι βαίνει πέραν των εξουσιών τις οποίες έχει παραχωρήσει η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα όργανα αυτά και προσβάλλει το δικαίωμα το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως ανέφεραν, σε κανένα απολύτως σημείο, ούτε στη Συνθήκη, αλλά ούτε και στο Πρωτόκολλο (αριθ. 4) για το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ, περιέχεται ή παραχωρείται εξουσία είτε για την απομείωση ή κούρεμα καταθέσεως ως στόχου, σκοπού ή μέσου αλλά ούτε και συμμετοχή σε ή δημιουργία μηχανισμού του τύπου ΕLΑ ("Emergency Liquidity Assistance"), αλλά ούτε και σε συμμετοχή διαδικασίας προς λήψη απόφασης με την οποία να εξαρτάται η παροχή συνδρομής ως κράτος μέλος από την επιβολή μεταξύ άλλων του κουρέματος των καταθέσεων», υποστηρίζουν οι ενάγοντες.
Κατά το άρθρο 35 του Πρωτοκόλλου για το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών η ΕΚΤ υπέχει ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις έναντι άλλων πιστωτών και χρεοφειλετών ή έναντι οιουδήποτε προσώπου, αναφέρουν οι ενάγοντες.
Οι ενάγοντες ζητούσαν αποζημίωση με την αιτιολογία ότι υπάρχει επαρκής αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των απαιτήσεων της Επιτροπής και της απώλειας των κεφαλαίων λόγω «κατάφωρης παραβίασης υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες», όπως ορίζει το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ή/και το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, «με την προσβαλλόμενη δήλωση της 25ης Μαρτίου 2013, η Ευρωομάδα ανακοίνωσε τη συμφωνία με τις κυπριακές Αρχές επί του μελλοντικού προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, το οποίο είχε την υποστήριξη όλων των κρατών, καθώς και της Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Ο διοικητής της ΚΤΚ αποφάσισε να κινήσει διαδικασία εξυγιάνσεως για την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή με δύο διατάγματα, βάσει των οποίων:
- Η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου υποστηρίζεται από τους μη εξασφαλισμένους καταθέτες, τους μετόχους και τους ομολογιούχους της, προκειμένου η Τράπεζα Κύπρου να συνεχίσει την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών (διάταγμα 103), και
- Μεταβιβάζονται ορισμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων ποσού κάτω των 100.000 ευρώ (διάταγμα 104).
Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέτασε αν η δήλωση της Eυρωομάδας μπορεί όντως να αποδοθεί στην Επιτροπή και την ΕΚΤ και αναλύει τα χαρακτηριστικά της Ευρωομάδας, καθώς και τις σχέσεις της με την Επιτροπή και την ΕΚΤ. Επισημαίνει ότι η Ευρωομάδα είναι φόρουμ συζητήσεων, σε υπουργικό επίπεδο, των αντιπροσώπων των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ και όχι όργανο που λαμβάνει αποφάσεις. «Μολονότι», αναφέρεται στην απόφαση, «προβλέπεται η συμμετοχή της Επιτροπής και της ΕΚΤ στις συνόδους της Ευρωομάδας, η τελευταία αποτελεί άτυπη σύνοδο των υπουργών των κρατών μελών. Δεν της έχουν μεταβιβαστεί αρμοδιότητες της Επιτροπής ή της ΕΚΤ (αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες), ούτε τα θεσμικά αυτά όργανα έχουν αρμοδιότητα να της ασκούν έλεγχο. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν οι δηλώσεις της Ευρωομάδας (όπως η προσβαλλόμενη δήλωση) στην Επιτροπή ή την ΕΚΤ».
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, αφενός, τα καθήκοντα που ανατίθενται στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ στο πλαίσιο της Συνθήκης Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας δεν παρέχουν ιδία εξουσία λήψεως αποφάσεων και, αφετέρου, οι ενέργειες των εν λόγω δύο οργάνων στο πλαίσιο της ως άνω Συνθήκης δεσμεύουν μόνον τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.
Τέλος το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι «με την προσβαλλόμενη δήλωση, η Ευρωομάδα εξέθεσε σε πολύ γενικές γραμμές ορισμένα μέτρα που συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο, δεν έλαβε καμία οριστική θέση ως προς τη χορήγηση στήριξης προς την Κύπρο ή ως προς τους όρους που το κράτος αυτό έπρεπε να τηρήσει και δεν ανέφερε ότι η συνδρομή θα χορηγείτο μόνο στην περίπτωση που η Κύπρος έθετε σε εφαρμογή μέτρα αναδιαρθρώσεως για τις τράπεζες».
«Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη δήλωση έχει αμιγώς πληροφοριακό χαρακτήρα και δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων», καταλήγει η απόφαση.




