Ο Περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος, του 2010 καθορίζει τη σύσταση και λειτουργία του Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών μεταξύ καναλωτών και χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων. Επιπρόσθετα, ο εν λόγω νόμος ορίζει τις αρμοδιότητες του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, ο οποίος είναι το κατά νόμο φυσικό πρόσωπο με αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται των παραπόνων των καταναλωτών στο πλαίσιο του ίδιου Νόμου.

Στις 25.7.2014 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014. Με την τροποποίηση αυτή, μεταξύ άλλων, διευρύνονται οι αρμοδιότητες του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, ώστε να μπορεί να διορίζει διαμεσολαβητές, ύστερα από αίτηση ενδιαφερόμενων οφειλετών για τη διαμεσολάβηση μεταξύ τους και τραπεζών (Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα, ΑΠΙ), για σκοπούς αναδιάρθρωσης Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ).

Στο σημείωμα αυτό, αναλύεται συνοπτικά ο μηχανισμός της διαμεσολάβησης, ως εργαλείου επίλυσης διαφορών και επεξηγούνται οι βασικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να ικανοποιεί η αίτηση ενός χρεώστη προς τον Επίτροπο, ώστε να δικαιούται διορισμού διαμεσολαβητή, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης ΜΕΔ.

Απώτερος, βέβαια, σκοπός είναι να ενημερωθούν οι πολίτες σχετικά με το ποιες συνθήκες θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να μπορούν να επωφεληθούν από τη διαδικασία διαμεσολάβησης. Επιπρόσθετα, να κατανοήσουν το είδος των πληροφοριών και απαραίτητων εγγράφων, τα οποία θα συνοδεύουν την αίτησή τους, ώστε το αίτημα για διαμεσολάβηση να ικανοποιείται.

Η διαμεσολάβηση ως εργαλείο επίλυσης διαφορών

Σε μια εξώδικη προσπάθεια επίλυσης κάποιας διαφοράς, χρηματοοικονομικής ή άλλης φύσης, η διαμεσολάβηση συνιστά μια από τις πιο «φιλικές» προσεγγίσεις για τη διευθέτησή της και ενδεχομένως, από πολλές απόψεις, την πλέον αποτελεσματική, νοουμένου ότι τα μέρη στη διαφορά ενδιαφέρονται πραγματικά για τη διευθέτησή της και διαθέτουν, αντικειμενικά, τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις απαιτούμενες αποφάσεις προς την κατεύθυνση αυτή.

Τα εμπλεκόμενα σε μια διαφορά μέρη συμφωνούν από κοινού να αναθέσουν σε ένα τρίτο φυσικό πρόσωπο, εντελώς ανεξάρτητο, τον διαμεσολαβητή, να υποβοηθήσει στην εξεύρεση κοινά αποδεκτής διευθέτησης της διαφοράς τους.

Ο διαμεσολαβητής, ο ανεξάρτητος τρίτος στην προσπάθεια διευθέτησης της διαφοράς, δεν λειτουργεί ως τεχνικός σύμβουλος οποιουδήποτε από τα εμπλεκόμενα μέρη αλλά, ως ένα είδος «καταλύτη», ο οποίος, αφού κατανοήσει τη φύση της διαφοράς και τις θέσεις των εμπλεκόμενων μερών, καθώς επίσης και τους υποκείμενους λόγους (πραγματικούς ή άλλους) που διαμορφώνουν τις εν λόγω θέσεις, προσπαθεί να ανεύρει κοινά σημεία συμφερόντων μεταξύ των δύο μερών, στη βάση των οποίων να καταλήξουν σε συμφωνημένη λύση. Αναπόφευκτα, η εν λόγω λύση προωθεί τα κοινά αυτά συμφέροντα.

Μια τέτοια λύση, προφανώς, δεν επιβάλλεται από τον διαμεσολαβητή. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής των εμπλεκόμενων στη διαφορά μερών και συνιστά ιδιωτική συμφωνία. Έχει, επομένως, τη νομική ισχύ οποιασδήποτε άλλης ιδιωτικής συμφωνίας. Ο διαμεσολαβητής δεν επιλύει τη διαφορά με την έκδοση οποιασδήποτε μορφής δικής του απόφασης. Στην πραγματικότητα, η μόνη απόφαση που ενδεχομένως να εκδώσει ο διαμεσολαβητής είναι η απόφαση με την οποία κηρύσσει τη διαδικασία άκαρπη, γεγονός που σηματοδοτεί και τη λήξη της.

Στην Κύπρο, το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα της διαμεσολάβησης στη διαδικασία αναδιάρθρωσης δανείων προκύπτει από τον Τροποποιητικό Νόμο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Επίσης, από το 2012, υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον νομικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει θέματα διαμεσολάβησης. Πρόκειται για το Ν159(Ι)/2012, τον «Νόμο που προνοεί για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές διαφορές».

ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ: ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Ο ΝΟΜΟΣ καθορίζει ως θεμελιώδη προϋπόθεση, προκειμένου ο Επίτροπος να δικαιούται να ικανοποιήσει αίτηση για διορισμό διαμεσολαβητή, την ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟΤΗΤΑ του Νόμου. Συναφώς, ο Νόμος ορίζει ότι η διαδικασία διορισμού διαμεσολαβητή ΔΕΝ εφαρμόζεται «επί πιστωτικών διευκολύνσεων, σε σχέση με τις οποίες, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, έχει εκδοθεί απόφαση από δικαστήριο της Δημοκρατίας ή βρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία ή διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό ή διαδικασία λήψης της κατοχής ή εκποίησης ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης, με βάση τη σχετική νομοθεσία».

Απαιτούμενα δικαιολογητικά

ΕΠΟΜΕΝΩΣ, κάθε αίτηση προς τον Επίτροπο για διορισμό διαμεσολαβητή θα πρέπει να συνοδεύεται με επαρκείς πληροφορίες και έγγραφα, από τα οποία να τεκμαίρεται ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ΔΕΝ έχει εκδοθεί απόφαση από δικαστήριο της Δημοκρατίας ή ΔΕΝ βρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία ή διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό ή διαδικασία λήψης της κατοχής ή εκποίησης ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης, με βάση τη σχετική νομοθεσία.

ΤΟ ΠΛΕΟΝ πρόσφορο έγγραφο, το οποίο διασφαλίζει ικανοποίηση του τεκμηρίου της ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟΤΗΤΑΣ, είναι η Πιστοποίηση από το εμπλεκόμενο ΑΠΙ των γεγονότων που μόλις περιγράφηκαν. Προφανώς, σε κάθε περίπτωση, χωρίς την πέρα από κάθε λογική αμφιβολία διαπίστωση της εφαρμοσιμότητας του Νόμου, είναι αδύνατον ο Επίτροπος να ικανοποιήσει αίτηση διορισμού διαμεσολαβητή.

Η ΕΓΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Η ΕΓΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
μιας αίτησης διορισμού διαμεσολαβητή συνιστά άλλη μία προϋπόθεση για να είναι νόμιμη η ικανοποίηση της αίτησης. Αναφέρεται στον χρόνο υποβολής της αίτησης, σε σχέση με τον χρόνο που επισυμβαίνουν ορισμένα γεγονότα τα οποία προβλέπονται στην οδηγία της ΚΤΚ για τις αναδιαρθρώσεις δανείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον νόμο, η αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί εντός 14 ημερών αφότου ο χρεώστης υποβάλει στο ΑΠΙ πλήρη κατάσταση σχετικών οικονομικών στοιχείων, τα οποία καθορίζονται εκάστοτε στην Οδηγία Διαχείρισης Καθυστερήσεων.

Εάν αυτό δεν έχει συμβεί, δηλαδή δεν υποβλήθηκε αίτηση εντός της περιόδου αυτής, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί εντός χρονικού πλαισίου 14 ημερών από την υποβολή πρότασης αναδιάρθρωσης πιστωτικής διευκόλυνσης από το ΑΠΙ.

ΤΕΚΜΗΡΙΟ εγκαιρότητας για την πρώτη περίπτωση είναι η πιστοποίηση από το ΑΠΙ της ημερομηνίας κατά την οποία όλα τα οικονομικά στοιχεία που αναφέρονται στην πιο πάνω Οδηγία της ΚΤΚ έχουν υποβληθεί στο ΑΠΙ. Στη δεύτερη περίπτωση, τεκμήριο είναι η ίδια η πρόταση αναδιάρθρωσης που υποβλήθηκε από το ΑΠΙ στον χρεώστη, στην οποία αναγράφεται και η ημερομηνία υποβολής της.

Άλλες προϋποθέσεις

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ βασικές προϋποθέσεις για να δικαιούται χρεώστης να αιτηθεί διορισμού διαμεσολαβητή σχετίζονται με το ύψος του δανείου κ.λπ. κατά την παραχώρησή του, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 350.000 ευρώ, καθώς επίσης και με το ενυπόθηκο ακίνητο ή το ακίνητο σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Ο νόμος ορίζει ως πρώτη κατοικία «την κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του ιδιοκτήτη της ή σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, του αντισυμβαλλομένου στη σύμβαση, μισθωτή της, για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών κατ’ έτος».

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΛΩΝ, προκειμένου να εγκριθεί μια αίτηση για διορισμό διαμεσολαβητή, ο χρεώστης θα πρέπει να υποβάλει στον Επίτροπο μαζί με τις πιστοποιήσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω και τα εξής έγγραφα:

· Τεκμήριο Κριτηρίου Ταυτότητας, όπως αστυνομική ταυτότητα ή άλλο νόμιμο έγγραφο αποδεκτό στην Κυπριακή Δημοκρατία ως πιστοποίηση ταυτότητας για φυσικά πρόσωπα και πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου και καταστατικό της Εταιρείας σε περίπτωση νομικών προσώπων. Στην ίδια περίπτωση, θα πρέπει να πιστοποιείται από εγκεκριμένο λογιστή, Μέλος του ΣΕΛΚ, ότι ο κύκλος εργασιών του δεν υπερβαίνει τις €250.000.

· Τεκμήριο Ύψους Πιστωτικής Διευκόλυνσης, που περιλαμβάνει έγγραφα της συμφωνίας για παραχώρηση της διευκόλυνσης.

· Τεκμήριο υποθήκης, το οποίο ικανοποιείται από τα σχετικά συμφωνητικά έγγραφα μεταξύ του χρεώστη και της χρηματοοικονομικής επιχείρησης και με σχετικό έγγραφο του Κτηματολογίου.

· Τεκμήριο κύριας κατοικίας, που ικανοποιείται είτε με πιστοποίηση από τον κοινοτάρχη της περιοχής στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, όπου δηλώνεται ότι ο ιδιοκτήτης διέμενε στο συγκεκριμένο ακίνητο έξι τουλάχιστον μήνες τον τελευταίο χρόνο είτε με άλλο επαρκή τρόπο.

Παρατηρήσεις

ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ανάλυση της λογικής δομής του Νόμου καταδεικνύει ότι η εφαρμογή του αποτελεί μια περίπλοκη διαχειριστική διαδικασία, η οποία, εκτός των άλλων, προϋποθέτει την έκδοση Ερμηνευτικών Εγκυκλίων από τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο για ρύθμιση θεμάτων λογιστικής μέριμνας καθώς επίσης και για ερμηνεία διάφορων όρων του νόμου, έτσι ώστε η εφαρμογή του να καθίσταται αποτελεσματικότερη.

Πάντως, στον βαθμό που δεν είναι εφικτό να εξορθολογιστούν τα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας αξιολόγησης αιτήσεων διορισμού διαμεσολαβητών (τα οποία, όπως προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση, είναι σαφέστατα και έντονα), μόνο με τη χρησιμοποίηση έξυπνων λογισμικών είναι δυνατό να καταστεί αποτελεσματική η διεκπεραίωση της αξιολόγησής τους, νοουμένου βέβαια, ότι το Γραφείο του Επιτρόπου θα έχει στελεχωθεί με επαρκές και έμπειρο προσωπικό.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ, η ομαλή λειτουργία του θεσμού προϋποθέτει την αγαστή συνεργασία των Τραπεζών και των διαμεσολαβητών με το Γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. Παράλληλα, είναι απαραίτητο οι χρεώστες να γνωρίζουν επακριβώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είναι εφικτός ο διορισμός διαμεσολαβητών, για σκοπούς αναδιάρθρωσης ΜΕΔ και να αντιλαμβάνονται επαρκώς τη φύση του μηχανισμού της διαμεσολάβησης ως εργαλείου διευθέτησης διαφορών καθώς επίσης και τις πραγματικές δυνατότητές του.

Για καθαρά τεχνικούς λόγους, η πιθανότητα επιτυχίας της διαμεσολάβησης (δηλαδή κατάληξή της σε κοινά αποδεκτή αναδιάρθρωση του ΜΕΔ), αυξάνεται σημαντικά αν ο χρήστης υποβάλει την αίτησή του, έγκαιρα, πριν την υποβολή από το ΑΠΙ της πρότασης για αναδιάρθρωση.

Παραπέρα, θα πρέπει να είναι κατανοητό από όλους τους ενδιαφερόμενους ότι η διαμεσολάβηση για σκοπούς αναδιάρθρωσης ΜΕΔ έχει, γενικά, μειωμένη αποδοτικότητα σε οριστικές λύσεις εξαιτίας του αντικειμένου της διαφοράς για το οποίο πραγματοποιείται. Αδικαιολόγητα μεγάλες προσδοκίες, στην περίπτωση αυτή, καθίστανται επιζήμιες τόσο για τον Θεσμό όσο και για τα ενδιαφερόμενα μέρη.