Έντονες συζητήσεις στην ετήσια σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου

Περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, υπόσχεται ο Ντράγκι

ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ σε προγράμματα στήριξης ο Βάιντμαν


Διαφορετικές απόψεις για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, εάν η οικονομία της Ευρωζώνης εξακολουθήσει να εξασθενεί, εξέφρασαν ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Μάριο Ντράγκι και ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, καθώς η περιοχή δέχεται νέες πιέσεις από το εξωτερικό να ενισχύσει την ανάπτυξη.

Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το πρακτορείο Bloomberg, στο περιθώριο των εργασιών της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στην Ουάσιγκτον, που ξεκίνησαν χθες, ο κ. Ντράγκι δεσμεύθηκε εκ νέου να προχωρήσει, εάν χρειαστεί, σε περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και κάλεσε τις κυβερνήσεις, που έχουν τα σχετικά περιθώρια, να χαλαρώσουν τις δημοσιονομικές πολιτικές τους.

Αντίθετα, ο κ. Σόιμπλε τάχθηκε κατά μίας αμερικανικού τύπου ποσοτικής χαλάρωσης (σ.σ.: η οποία περιλαμβάνει μαζικές αγορές κρατικών ομολόγων) και ζήτησε τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι διαφορές αυτές, σημειώνει το δημοσίευμα του Bloomberg, δείχνουν την έλλειψη κοινού μετώπου στην άσκηση πολιτικής στην Ευρωζώνη, ενώ η οικονομία της συνεχίζει να επιδεινώνεται και το ΔΝΤ εκτιμά ότι υπάρχει πιθανότητα 40% να εισέλθει στην τρίτη ύφεσή της από το 2008.

«Δεν είμαι βέβαιος ότι το μέλλον μας θα είναι πολύ καλό, εάν δεν κάνουμε μεταρρυθμίσεις τώρα», δήλωσε ο κ. Ντράγκι, προσθέτοντας ότι όσες κυβερνήσεις έχουν τη δυνατότητα, θα έπρεπε να «εκμεταλλευθούν τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια» των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Μου φαίνεται ότι τώρα όλες αυτές οι κυβερνήσεις έχουν ένα πολύ ισχυρό κίνητρο να κάνουν τα σωστά πράγματα και αυτό είναι, ότι εάν δεν κάνουν τα σωστά πράγματα, θα εξαφανισθούν για πάντα από το πολιτικό σκηνικό, καθώς δεν θα επανεκλεγούν», πρόσθεσε ο κεντρικός τραπεζίτης.

Σόιμπλε: Δημοσιονομική πειθαρχία

Ο κ. Σόιμπλε υποστήριξε τις αναφορές για περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά τόνισε ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εμμείνουν στη δημοσιονομική πειθαρχία και προειδοποίησε ότι είναι δυσκολότερο να εφαρμοσθεί στην Ευρώπη απ' ό,τι στις ΗΠΑ μία χαλαρότερη νομισματική πολιτική.

«Η Ευρωζώνη έχει 18 μέλη και ένα νέο κύμα νομισματικής στήριξης θα απειλεί να δημιουργήσει ένα "τεράστιο πρόβλημα ηθικού κινδύνου", χαλαρώνοντας την πίεση στις κυβερνήσεις να μεταρρυθμίσουν τις οικονομίες τους», συνέχισε. «Με τη νομισματική πολιτική δεν μπορούν να λυθούν τα προβλήματα, αυτά πρέπει να λυθούν με αποφάσεις των εθνικών κυβερνήσεων, καθώς δεν έχουμε δημοσιονομική και οικονομική ένωση», τόνισε ο Γερμανός Υπουργός, προσθέτοντας ότι «η νομισματική πολιτική μπορεί μόνο να διευκολύνει, αγοράζοντας χρόνο».

Υπογράφοντας επιταγές δεν αναπτύσσεται η οικονομία

Σε εκδήλωση που έγινε στο Ίδρυμα Bertelsmann, ο κ. Σόιμπλε δήλωσε, όπως μεταδίδει το Ρόιτερς, ότι η ανάπτυξη της οικονομίας της Ευρωζώνης δεν μπορεί να ενισχυθεί «υπογράφοντας επιταγές» (υπονοώντας μεγαλύτερες αυξήσεις κρατικών δαπανών) και κάλεσε τη Γαλλία και την Ιταλία να κάνουν περισσότερα στον τομέα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων.

«Μόλις η Γαλλία και η Ιταλία εφαρμόσουν σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η κατάσταση στην Ευρώπη θα αλλάξει», δήλωσε.

Ο Σόιμπλε αρνήθηκε ότι υπάρχει προοπτική ύφεσης της γερμανικής οικονομίας.

«Δεν έχουμε ύφεση στη Γερμανία, έχουμε μία εξασθένηση της ανάπτυξης», είπε χαρακτηριστικά.

Ανάλογες ήταν και οι δηλώσεις που έκανε ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης (πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ), κ. Γενς Βάιντμαν, σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα του Ρόιτερς.

«Βλέπουμε έναν πιο μέτριο ρυθμό ανάπτυξης στη Γερμανία απ' ό,τι τον Ιούνιο, παρά ταύτα η γερμανική οικονομία είναι βασικά σε καλή κατάσταση», δήλωσε ο κ. Βάιντμαν, προσθέτοντας ότι ο ρυθμός ανάπτυξης είναι κοντά στα «φυσιολογικά» επίπεδα.

Εκφράζοντας την αντίθεσή του σε προγράμματα στήριξης, τόνισε ότι: «Η θέση μας είναι σαφής: Είναι μικρή η χρησιμότητα οικονομικών πυροτεχνημάτων για να έχουμε βιώσιμη ανάπτυξη, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ιστορικά υψηλά χρέη».

Αλλαγές σε Γαλλία και Ιταλία

Ο Ολλανδός Υπουργός Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, δήλωσε ότι οι κυβερνήσεις βασίζονται υπερβολικά στην ΕΚΤ και κατέδειξε τη Γαλλία και την Ιταλία ως τις χώρες που πρέπει να μεταρρυθμίσουν τις οικονομίες τους.

«Ελπίζω ότι έχουν την πολιτική αντοχή να το επιτύχουν», δήλωσε.

Ο Γάλλος Υπουργός Οικονομικών Μισέλ Σαπέν είπε ότι οι προειδοποιήσεις του ΔΝΤ όσον αφορά τον αποπληθωρισμό πρέπει να προσεχθούν και ότι η Κεντρική Τράπεζα έχει λάβει καλές αποφάσεις.

Οι ενδείξεις εξασθένησης της γερμανικής οικονομίας δείχνουν ότι «καμία χώρα δεν είναι άτρωτη», είπε, προσθέτοντας ότι «αυτή η κατάσταση στη Γερμανία πρέπει να ληφθεί υπόψη, όταν αξιολογείται η Ευρωζώνη στο σύνολό της».

Ο πρώην Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Λόρενς Σάμερς παραλλήλισε την Ευρώπη με την Ιαπωνία της δεκαετίας του '90, όταν απέτυχε να κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει τον αποπληθωρισμό.

«Μηδενικό το όφελος των Κυπρίων πολιτών από τη στήριξη τραπεζών»

Χθες το ΔΝΤ δημοσίευσε συγκριτική μελέτη, σύμφωνα με την οποία, σε αντίθεση με φορολογουμένους άλλων χωρών, το όφελος των Κυπρίων φορολογουμένων από τη στήριξη των τραπεζών είναι, προς το παρόν, μηδενικό.

Σύμφωνα με την έκθεση, με τον τίτλο «Fiscal Monitor» του ΔΝΤ, η στήριξη των κυπριακών τραπεζών επιβάρυνε το δημόσιο χρέος της χώρας κατά 21 ποσοστιαίες μονάδες επί του ΑΕΠ. Μέχρι στιγμής, το κυπριακό κράτος δεν έχει πάρει οτιδήποτε από τα χρήματα που διέθεσε για τη στήριξη των τραπεζών.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι το κυπριακό κράτος εξέδωσε ομόλογο €1,8 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας, ενώ δανείστηκε €1,5 δισ. από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για την ανακεφαλαιοποίηση του Συνεργατισμού και ότι μεγάλο μέρος της στήριξης των κυπριακών τραπεζών προήλθε από κούρεμα των καταθετών τους. Η έστω μικρή, υπό τα δεδομένα, στήριξη που έχουν λάβει ο Συνεργατισμός και η Λαϊκή εκτόξευσε το δημόσιο χρέος της Κύπρου σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος της Κύπρου θα αυξηθεί το 2015 στο 126% του ΑΕΠ από 117,4% το 2014, πριν ξεκινήσει να υποχωρεί. Τόσο οι διεθνείς πιστωτές όσο και το Υπουργείο Οικονομικών θεωρούν το χρέος βιώσιμο.

Ελλάδα και Ιρλανδία

Μεγαλύτερη είναι η επίπτωση της στήριξης των τραπεζών στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας (33,6%) και της Ιρλανδίας (41,1%).

Στις δύο χώρες το κόστος στήριξης των τραπεζών έχει μετριαστεί από την ανάκτηση μέρους της επένδυσης του κράτους στις τράπεζες. Η ανάκτηση για την Ελλάδα ανέρχεται στο 7,9% και για την Ιρλανδία στο 7,6% του ΑΕΠ.

Για την Ελλάδα, αναφέρεται, η στήριξη περιλαμβάνει τις εκταμιεύσεις από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, αλλά δεν περιλαμβάνει το μη εκταμιευθέν ποσό του κονδυλίου του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Για την Ιρλανδία, ο αντίκτυπος των μέτρων άμεσης στήριξης είναι κυρίως για το καθαρό χρέος, καθώς σημαντικές δαπάνες ανακεφαλαιοποίησης καλύφθηκαν από δημόσια περιουσιακά στοιχεία. Η άμεση υποστήριξη δεν περιλαμβάνει τις αγορές περιουσιακών στοιχείων από την Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης Ενεργητικού, καθώς αυτές δεν χρηματοδοτούνται απευθείας μέσω της γενικής κυβέρνησης αλλά με ομόλογα με κρατική εγγύηση.

Η μόνη χώρα στην οποία οι φορολογούμενοι έχουν ανακτήσει μεγαλύτερο ποσό επί του ΑΕΠ σε σχέση με αυτό που διέθεσαν για στήριξη των τραπεζών είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μεγάλο μέρος της στήριξης έχουν ανακτήσει και οι Ολλανδοί φορολογούμενοι.