Δικαστική απόφαση-σταθμός για τον «οικονομικό εξαναγκασμό», λένε νομικοί
Να επιστρέψει χρήματα σε δανειολήπτη που «εξαναγκάστηκε», κατά την απόφαση, να καταβάλει σε Συνεργατικό Ίδρυμα, επιπλέον της αποπληρωμής του κεφαλαίου του δανείου, διέταξε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.


Και ο «αδύνατος» έχει δικαιώματα. Σε αυτήν τη μικρή φράση εμπερικλείεται όλο το νόημα απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας σε αγωγή δανειολήπτη εναντίον Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος.
Το σύνολο της απόφασης του δικαστηρίου στηρίζεται στον όρο «οικονομικός εξαναγκασμός», δηλαδή στην πίεση που άσκησε η Τράπεζα στον δανειολήπτη για την καταβολή του επίδικου ποσού των €64 χιλ., εκμεταλλευόμενη στην ουσία, την αδύνατη θέση του δανειολήπτη, ο οποίος δεν είχε άλλη επιλογή.

Στις δοσμένες οικονομικές συνθήκες και ενόψει των μεγάλων συζητήσεων που γίνονται για την πρακτική που ακολούθησαν οι Τράπεζες, αλλά κυρίως για την πρακτική που θα ακολουθήσουν στο θέμα των εκποιήσεων, η επαναφορά του όρου «οικονομικός εξαναγκασμός» από το Δικαστήριο διανοίγει διαύλους επιχειρηματολογίας και διεκδίκησης εκ μέρους δανειοληπτών που αδικήθηκαν ή/και αδικούνται από τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα.

Πεδία εφαρμογής...
Σύμφωνα με νομικούς κύκλους, η απόφαση μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο υπό προϋποθέσεις σε μια γκάμα οικονομικών διαφορών, που σχετίζονται με τις πρακτικές των τραπεζών.
Μιλώντας στη «Σ» ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τον ενάγοντα, Ανδρέας Μαθηκολώνης, εξήγησε πως η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήθηκε, μπορεί σε αναλογία, να χρησιμοποιηθεί σε αρκετές υποθέσεις του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, υπό το πρίσμα ότι «οικονομικός εξαναγκασμός θεωρείται η πρακτική πειθούς μέσω πίεσης, όταν το θύμα δεν έχει στην ουσία άλλη επιλογή». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, θα μπορούσε να δοθεί ως παράδειγμα η πρακτική Τραπεζών να ζητούν περαιτέρω προσωπικές εγγυήσεις, σε περιπτώσεις δανείων, εξαναγκάζοντας στην ουσία τον δανειζόμενο, να δεσμεύσει οικογενειακά ή φιλικά του πρόσωπα.

Αξίωση...
Η συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή, της ύπαρξης δηλαδή οικονομικού εξαναγκασμού, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρέως από δανειολήπτες σε διαφορές τους με τις τράπεζες, υπό την αίρεση, όμως, να ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις βάσει γεγονότων», δήλωσε στη «Σ» ο νομικός Γιώργος Χριστοφίδης.

Εξηγώντας περαιτέρω τη νομική του άποψη, είπε πως το πεδίο εφαρμογής αυτού του είδους της υπερασπιστικής γραμμής είναι ευρύ και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, είτε πριν από την καταβολή ποσών από δανειολήπτη είτε και μετά. Στη δε πρώτη περίπτωση, αυτό που μπορεί να υπάρξει είναι ακύρωση της αξίωσης της τράπεζας για τα επίδικα επιπρόσθετα ποσά, στη δε δεύτερη μπορεί να υπάρξει αξίωση του δικαστηρίου για επιστροφή με αποζημιώσεις των επίδικων ποσών, όπως έγινε και στην προαναφερθείσα υπόθεση.

Η επίδικη υπόθεση
Η επίδικη υπόθεση αφορούσε δανειολήπτη ο οποίος εξασφάλισε δάνειο ύψους €300.000 από συγκεκριμένο ΣΠΙ, με ορίζοντα αποπληρωμής 15 χρόνια και επιτόκιο 8%. Εντός 2 μηνών προέβη, ωστόσο, σε συνομολόγηση δεύτερου μεγαλύτερου δανείου, από άλλη τράπεζα, ζητώντας από το ΣΠΙ να εξοφλήσει το δάνειό του μαζί με τους τόκους, ως όφειλε.

Για την εξόφληση, δύο μήνες μετά τη σύναψη της συμφωνίας, το συγκεκριμένο ΣΠΙ ζήτησε επιπλέον του κεφαλαίου (€300.000) και των τόκων (€4.000), άλλες €65.000 υπό τη μορφή διοικητικών δήθεν εξόδων και αποζημίωσης για απολεσθέντα κέρδη. Αλλιώς, είχε διαμηνύσει στον δανειολήπτη, δεν θα προχωρούσε με την εξάλειψη της υποθήκης, έτσι δεν θα μπορούσε και να συνάψει το δάνειο με την άλλη Τράπεζα, που του προσέφερε καλύτερους οικονομικούς όρους.
Τελικά το Δικαστήριο τον δικαίωσε, απέδωσε στην Τράπεζα «οικονομικό εξαναγκασμό», την ανάγκασε να του επιστρέψει τα λεφτά με νόμιμο τόκο αλλά και επεδίκασε εναντίον του Συνεργατικού όλα τα έξοδα της δίκης.

Η ερμηνεία του «οικονομικού εξαναγκασμού»
Συμφώνα με την απόφαση του δικαστηρίου, «ο οικονομικός εξαναγκασμός είναι μορφή καταναγκασμού που έχει αναγνωριστεί ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα, όπως και κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Η πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού είναι η απειλή παράβασης συμβολαίου, από τον συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση, εκτός εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεκτεί είτε να μειώσει το οφειλόμενο προς αυτόν ποσό είτε να αυξήσει το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. Η κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που ασκεί την πίεση ή που έχει όφελος από την άσκηση της πίεσης, αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού εξαναγκασμού.

Απαιτείται επίσης ύπαρξη συνθηκών, είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σε αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ανυπαρξία, ταυτόχρονα, λογικής διαζευτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας και προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου, του κακόπιστου. Ως απόρροια, απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του, είναι η άσκηση πίεσης σε συμβαλλόμενο για εγκατάλειψη, ή τροποποίηση προς ζημιά των καθορισμένων συμβατικών δικαιωμάτων και προς όφελος του συμβαλλόμενου που ασκεί την πίεση, την οποία το δίκαιο θεωρεί απαράδεκτη και άδικη...».