Με το ίδιο νόμισμα «πληρώνουν» τον Πρόεδρο. Αλλαγές που δεν διαφοροποιούν τη φιλοσοφία
Στο σύνολό τους απορρίπτουν η πλειοψηφία των κομμάτων, τους λόγους που επικαλείται ο Πρόεδρος για αναπομπή των δύο επίμαχων νομοθεσιών. Υποδεικνύουν, μάλιστα, ότι στο τέλος θα αναγκαστεί να τους υπογράψει...
Καταπέλτη, κατά της Κυβέρνησης και του Προέδρου της Δημοκρατίας προσωπικά, αποτελεί η κοινή έκθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Οικονομικών και Εσωτερικών για τις αναπομπές δύο νομοθεσιών από τον Νίκο Αναστασιάδη. «Θα αναγκαστεί να τις υπογράψει», εκτιμούν τα κόμματα, που κατά πλειοψηφίαν θα απορρίψουν κατά τη σημερινή συνεδρίαση της Ολομέλειας τις αναπομπές
Τα μέλη των Επιτροπών καταλήγουν σε επτά συνολικά συμπεράσματα, τα οποία προαναγγέλλουν ουσιαστικά τη σημερινή απόρριψη των αναπομπών και επιμονή του Σώματος, στην ισχύ των δύο νομοθεσιών.
Στην κοινή έκθεση, μάλιστα, στο σημείο δύο, επιμένουν στη μη αντισυνταγματικότητα των δύο ψηφισθεισών νομοθεσιών και προβλέπουν «εξαναγκασμό» του Προέδρου της Δημοκρατίας σε υπογραφή τους.
Αναφέρουν, συγκεκριμένα, ότι «οι αναπεμφθέντες νόμοι δεν παραβιάζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπος τις διατάξεις του Συντάγματος και, συναφώς, δεν μπορούν να κριθούν ως αντισυνταγματικοί. Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενδέχεται να μη διαθέτει νομικό έρεισμα, βάσει του οποίου να νομιμοποιείται να προβεί σε αναφορά των νόμων, στο Ανώτατο Δικαστήριο (άρθρο 140 του Συντάγματος) και ενδεχομένως να οδηγηθεί στην αποδοχή των εν λόγω νόμων και στη δημοσιεύσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας».
Θέλουν συνεργασία
Μέσα από την κοινή έκθεση των δύο αρμόδιων επιτροπών της Βουλής, τα κόμματα απαντούν στις εκκλήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας για συνεργασία, καλώντας τον να συνεργαστεί για εφαρμογή των επίμαχων νομοθεσιών με τρόπο που να μη δημιουργούν προβλήματα. Αναφέρουν, συγκεκριμένα, ότι «η Βουλή των Αντιπροσώπων, ως Νομοθετική εξουσία, είναι απόλυτα διατεθειμένη να συνεργαστεί με την Εκτελεστική Εξουσία για την αποφυγή και επίλυση οποιωνδήποτε προβλημάτων ενδεχομένως να προκύψουν από την πρακτική εφαρμογή των νόμων, καθώς και στην εξεύρεση μίας κοινά αποδεκτής εναλλακτικής διατύπωσης των διατάξεων των νόμων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αλλάζει η φιλοσοφία τους».
Στην ουσία, δηλαδή, τα πολιτικά κόμματα πληρώνουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με το ίδιο νόμισμα, αφού χρησιμοποιούν την ίδια φράση και έκφραση, «να μην αλλάζει η φιλοσοφία», που χρησιμοποίησε η Κυβέρνηση για την επίμαχη νομοθεσία των εκποιήσεων, που είχε καταλήξει στον διάλογο με την Τρόικα.
Τον εκθέτει
Το πρώτο συμπέρασμα των κομμάτων της αντιπολίτευσης που αντιδρούν ουσιαστικά επιχειρεί να εκθέσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Γενικό Εισαγγελέα, που υπέγραψε τις αναπομπές. Τα κόμματα, όπως αναφέρεται, μετά από μελέτη των αναπομπών θεωρούν ότι «οι λόγοι της αναπομπής, όπως παρατίθενται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένοι και αιτιολογημένοι, ενώ παράλληλα κρίνονται σε ορισμένα σημεία αντικρουόμενοι». Σημείο το οποίο αποτελεί κλειδί στην επιχειρηματολογία που θα αναπτύξουν σήμερα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, στη συνεδρίαση της Ολομέλειας, ώστε να δικαιολογήσουν, παρά τις προειδοποιήσεις του Υπουργού Οικονομικών, Χάρη Γεωργιάδη, την απόρριψη των αναπομπών και την επιμονή τους στην ισχύ της νομοθεσίας.
Διάλογο με ΕΚΤ
Ένα από τα επιχειρήματα του Προέδρου της Δημοκρατίας στην επιστολή του προς τη Βουλή, για την αναπομπή των δύο νομοθεσιών, είναι η υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από την οποιαδήποτε αλλαγή νομοθεσιών που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Απαντώντας, μέσω των τοποθετήσεών τους στις επιτροπές, οι οποίες ενσωματώθηκαν στην κοινή έκθεση των δύο Επιτροπών, τα αντιδρώντα κόμματα καταθέτουν την ετοιμότητά τους για ικανοποίηση του σχετικού όρου, αναφέροντας ότι «η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν αντιτίθεται στη λήψη σχετικής γνωμάτευσης από την ΕΚΤ αναφορικά με το περιεχόμενο των αναπεμφθέντων νόμων, εφόσον αυτό αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Δημοκρατίας».
Ενίσχυση Κεντρικής
Προς επιβεβαιώση των προαναφερθέντων και σε μια προσπάθεια να πείσουν την Εκτελεστική Εξουσία ότι η διαβούλευση με την ΕΚΤ μπορεί να είναι επιτυχής, τα κόμματα σημειώνουν σε δύο από τα επτά συμπεράσματά τους ότι όχι μόνο δεν παραβλάπτουν εξουσίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (κάτι που βεβαίως δεν θα γινόταν αποδεκτό), αλλά αντίθετα τις ενισχύουν.
Συγκεκριμένα, στο σημείο τρία των συμπερασμάτων τους σημειώνουν ότι «ο απώτερος σκοπός της Βουλής των Αντιπροσώπων με την ψήφιση των νόμων ήταν η ενίσχυση των εξουσιών της Κεντρικής Τράπεζας ως αρμόδιας εποπτικής Αρχής των πιστωτικών ιδρυμάτων και παράλληλα και συνεπαγόμενα η ενίσχυση των δανειοληπτών». Επίσης στο σημείο επτά της κοινής έκθεσης των δύο Κοινοβουλευτικών Επιτροπών αναφέρεται ότι «με τους ψηφισθέντες νόμους παρέχονται διευρυμένες δυνατότητες και εξουσίες στην Κεντρική Τράπεζα, οι οποίες δεν παρέχονται με βάση τις αντίστοιχες υφιστάμενες νομοθεσίες και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα επικάλυψης. Συνεπακόλουθα με τους εν λόγω νόμους δεν περιορίζονται αλλά αντιθέτως ενισχύονται τα δικαιώματα των δανειοληπτών».
Θα τοποθετηθούν όλοι
Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς λειτουργίας της Βουλής, κατά τη σημερινή κρίσιμη συνεδρίαση της Ολομέλειας του Σώματος αναμένεται να τοποθετηθούν όλα τα κόμματα. Συγκεκριμένα, αν και όλα αυτά θα αποφασιστούν σε επίπεδο σύσκεψης Αρχηγών ή Εκπροσώπων, με βάση τον τρόπο λειτουργίας του Σώματος, όλα τα κόμματα που θα απορρίψουν τις αναπομπές δικαιούνται να δικαιολογήσουν την αρνητική τους ψήφο. Συν τοις άλλοις, δεν αποκλείεται, ο Πρόεδρος της Βουλής και οι Αρχηγοί ή Εκπρόσωποι να αποφασίσουν, στη βάση των εξουσιών του Άτυπου Σώματος, να δοθεί μεγαλύτερος χρόνος ομιλιών στο κάθε κόμμα λόγω και της κρισιμότητας του υπό εξέταση θέματος.




