Χωρίς επιχειρήματα η αναπομπή του Προέδρου, λένε τα κόμματα
Θα ξανασυζητηθούν στις 25 Σεπτεμβρίου από τη Βουλή τα δυο νομοθετήματα για τις εκποιήσεις


Ούτε θέματα αντισυνταγματικότητας, ούτε θέματα που θίγουν το δημόσιο συμφέρον βρίσκουν οι βουλευτές στα δύο νομοθετήματα που έχουν σχέση με τις εκποιήσεις ακινήτων, τα οποία ψήφισε η Ολομέλεια πριν από δύο περίπου εβδομάδες και τα οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέπεμψε στη Βουλή. Ο Υπουργός Οικονομικών χαρακτηρίζει το θέμα «εξόχως πολιτικό» και δημοσίου συμφέροντος, αφού συνδέεται με τη συνέχιση της χρηματοδότησής μας από την Τρόικα.

Η απάντηση θα δοθεί τελικά σε νέα συνεδρία της ολομέλειας της Βουλής που έχει συγκληθεί για τις 25 Σεπτεμβρίου, είναι όμως περισσότερο από φανερό ότι τα δύο νομοθετήματα θα ξαναψηφισθούν από την πλειοψηφία των κομμάτων, αν ληφθούν υπ' όψιν οι δηλώσεις βουλευτών που έγιναν χθες, μετά από κοινή συνεδρία των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Οικονομικών και Εσωτερικών.
Τα δυο νομοθετήματα αφορούν στον περί εργασιών πιστωτικών ιδρυμάτων (τροποποιητικός νόμος του 2014) και στον περί της Κεντρικής Τράπεζας (τροποποιητικός νόμος του 2014).

Υπενθυμίζεται ότι σε επιστολή που απέστειλε στις 15 Σεπτεμβρίου στον Πρόεδρο της Βουλής ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι πρόνοιες των νέων νομοθετημάτων καλύπτονται από υφιστάμενη νομοθεσία.
Από αυτό ακριβώς «πιάστηκαν» τα κόμματα, τα οποία απορρίπτουν τα περί αντισυνταγματικότητας ως λόγους για την αναπομπή του Προέδρου Αναστασιάδη.

Λόγοι πολιτικοί και δημοσίου συμφέροντος
Στη χθεσινή κοινή συνεδρία των δύο Επιτροπών συζητήθηκαν ακριβώς οι λόγοι της αναπομπής στην παρουσία και του Υπουργού Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη ο οποίος, απαντώντας στα ζητήματα που έθεσαν βουλευτές, χαρακτήρισε το όλο θέμα «εξόχως πολιτικό».

«Το αναφέρει», είπε ο κ. Γεωργιάδης, «και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην επιστολή του προς τη Βουλή, και μάλιστα στην πρώτη παράγραφο, όπου αναφέρει πως ''ύστερα από εμπεριστατωμένη και ενδελεχή μελέτη των νομοθετημάτων, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική επί του θέματος γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα, το γεγονός ότι τα συμφέροντα των δανειοληπτών ούτως ή άλλως καλύπτονται... αλλά και μη παραγνωρίζοντας το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον...''.

»Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία», σημείωσε και είπε πως αν είχε κάτι να προσθέσει, είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο και σε σχέση με το πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται αυτήν τη στιγμή το δημόσιο συμφέρον. «Πώς αξιολογεί ο καθένας μας την ανάγκη που εξακολουθεί, κατά την άποψη της Κυβέρνησης, να υφίσταται, για χρηματοδοτική στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τρόικα», συμπλήρωσε.
Εξηγώντας την πολιτική πτυχή του θέματος, ο Υπουργός είπε πως και βεβαίως το ζήτημα είναι πολιτικό.

«Ο Πρόεδρος», ανέφερε, «δεν κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του. Παραθέτει και μια σειρά από νομικά ζητήματα, υπενθυμίζει τη συμβατική υποχρέωση να λαμβάνεται και η γνώμη της ΕΚΤ, αλλά πάνω απ' όλα είναι ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, εθνικού συμφέροντος θα προσέθετα», δήλωσε.

«Θα τα καταφέρουμε πολύ πιο σύντομα»
Ο Υπουργός Οικονομικών ανέφερε πως η χώρα μας οδηγήθηκε λόγω λαθών, παραλείψεων, στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης και είπε πως αποτελεί κατάντημα το γεγονός ότι η Κύπρος οδηγήθηκε στην ανάγκη να χρειάζεται χρηματοδότηση από τα κράτη μέλη της ΕΕ και το ΔΝΤ για να επιβιώσει.

«Κανένας δεν είναι ευχαριστημένος», τόνισε, «αυτή όμως είναι η πραγματικότητα την οποία αντιμετωπίζουμε, η πραγματικότητα από την οποία προσπαθούμε να απαλλαγούμε μια ώρα νωρίτερα και γι' αυτό προγραμματίζουμε, υλοποιούμε κινήσεις, οι οποίες σιγά-σιγά περιορίζουν την εξάρτησή μας από την Τρόικα και την ανάγκη να δεχόμαστε όρους και προϋποθέσεις για να συνεχίσει η χρηματοδότηση. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που η Κυβέρνηση ακολουθεί μια πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική, περιορίζει τα ελλείμματα, προσπαθεί να εξασφαλίσει αναβαθμίσεις από οίκους αξιολόγησης, προγραμμάτισε και την πρώτη έξοδο στις αγορές.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, παρά την πρόοδο, η χώρα εξακολουθεί να έχει ανάγκη αυτήν τη χρηματοδότηση. Αν υπάρχει διαφορετική άποψη, αν θεωρούμε δηλαδή ότι πλέον δεν χρειαζόμαστε την Τρόικα, αυτό θα ερμηνευόταν και ως μια τεράστια αναγνώριση της επιτυχίας της Κυβέρνησης και μάλιστα σε βαθμό που ούτε η ίδια η Κυβέρνηση θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο. Παρά την πρόοδο, η Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι τα έχει καταφέρει τόσο νωρίς, όμως σύντομα, συντομότερα απ' ό,τι ήταν αναμενόμενο, θα βρεθούμε, εάν δεν εκτροχιαστούμε πλήρως, σε αυτήν τη θέση».

Ο κ. Γεωργιάδης είπε, τέλος, ότι ορισμένες εισηγήσεις της Βουλής έγιναν αποδεκτές, υπέδειξε όμως ότι «δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε ότι λειτουργούμε κάτω από καθεστώς το οποίο επιβάλλει να συναινέσουν άλλες κυβερνήσεις, άλλα κοινοβούλια, άλλες επιτροπές οικονομικών κοινοβουλίων κρατών-μελών για να συνεχιστεί η χρηματοδότηση».

ΑΚΕΛ: Από πότε αναπέμπεται ο πλεονασμός;
Σε δηλώσεις μετά τη συνεδρία, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εσωτερικών, βουλευτής του ΑΚΕΛ Γιάννος Λαμάρης είπε ότι το θέμα είναι ξεκάθαρα πολιτικό, προσθέτοντας ότι «είναι και αυτός ο λόγος που η κυβερνητική πλευρά περιορίστηκε στα γενικά ζητήματα χωρίς επιχειρήματα».

«Σίγουρα δεν υπήρχε κανένα επιχείρημα περί αντισυνταγματικότητας των νομοθετημάτων, αλλά ούτε και νομικής βάσης. Τα επιχειρήματα ήταν απλά ότι δεν προστίθεται κανένα ωφέλημα για τους δανειολήπτες. Αφού δεν προσθέτουμε άρα δεν αφαιρούμε από κανέναν οτιδήποτε, άρα πού είναι το κώλυμα;»διερωτήθηκε.

Ο κ. Λαμάρης απέρριψε, επίσης, και το επιχείρημα ότι «δεν είναι αναγκαία τα νομοθετήματα, γιατί οι πρόνοιές τους καλύπτονται από άλλα», λέγοντας ότι «κάτι τέτοιο μπορεί να κριθεί ως πλεονασμός. Aπό πότε όμως ο πλεονασμός αναπέμπεται;».

Ο κ. Λαμάρης απάντησε και στην επίκληση του δημοσίου συμφέροντος και διερωτήθηκε γι' άλλη μια φορά, «από πότε η ενίσχυση των Αρχών του κράτους, συγκεκριμένα η Κεντρική Τράπεζα, είναι αντίθετη με το δημόσιο συμφέρον;».

ΔΗΚΟ: Θα ψηφιστούν και πάλι
Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών, βουλευτής του ΔΗΚΟ Άγγελος Βότσης είπε ότι «δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με το Σύνταγμα σε σχέση με τα δύο νομοθετήματα.
»Υπάρχει μια υπερβολή στην αναπομπή», σημείωσε, «όταν ένα από τα κύρια επιχειρήματα είναι ότι η Βουλή, στην προσπάθειά της να ψηφίσει αυτές τις προτάσεις νόμου, επαναλαμβάνει αρμοδιότητες που ήδη υπάρχουν σε άλλους νόμους». Εμείς πιστεύουμε ότι η Βουλή έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να φροντίσει να ενισχύσει τα θέματα εκείνα που την προβληματίζουν».
Ο κ. Βότσης είπε, τέλος, ότι «οι προτάσεις νόμου οδηγούνται την Πέμπτη, 25 του μηνός, στη Βουλή για να ψηφιστούν και πάλι».

ΕΔΕΚ: Έλλειψη επιχειρημάτων
Την έλλειψη επιχειρηματολογίας από πλευράς του Προέδρου της Δημοκρατίας σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα των δύο νομοθετημάτων επεσήμανε και ο βουλευτής της ΕΔΕΚ Νίκος Νικολαΐδης, ο οποίος είπε ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην επιστολή που συνοδεύει την αναπομπή του, δεν επικαλείται λόγους αντισυνταγματικότητας, άρα θεωρείται ότι τα δύο νομοθετήματα είναι μέσα στο πλαίσιο των συνταγματικών προνοιών.

»Οι λόγοι που επικαλείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας», πρόσθεσε, «για την αναπομπή δεν φαίνεται να έχουν ισχυρή νομική βάση. Ο βασικός λόγος που ισχύει και για τα δύο νομοθετήματα είναι ότι είτε υπάρχει υπερκάλυψη από υφιστάμενη νομοθεσία είτε υπάρχουν άλλα υφιστάμενα νομοθετήματα τα οποία σε σημαντικό βαθμό καλύπτουν τις πρόνοιες των δύο νομοθετημάτων. Αυτός ο λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικός για την αναπομπή. Ούτε επίσης θεωρείται ικανοποιητικός λόγος η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, γιατί το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με την προστασία των πολιτών και ιδιαίτερα με την προστασία των ευάλωτων ομάδων».

Οικολόγοι: Περιττή συζήτηση
Για περιττή συζήτηση μίλησε ο βουλευτής των Οικολόγων Γιώργος Περδίκης, τονίζοντας ότι δεν χρειαζόταν η αναπομπή από τον Πρόεδρο.
«Δεν στηρίζεται σε καμιά νομική ή συνταγματική επιχειρηματολογία», τόνισε. Δυστυχώς, αυτό που έλεγε ο Πρόεδρος ότι ήθελε να αποφύγει, δηλαδή την περαιτέρω σύγκρουση με τη Βουλή, το κάνει ο ίδιος με αυτήν την αναπομπή, η οποία είναι ξεκάθαρο ότι γίνεται για τα μάτια της Τρόικας και δεν μπορεί να πείσει κανέναν λογικό άνθρωπο».

Ο κ. Περδίκης αναφέρθηκε και στην ετοιμασία του πλαισίου για την αφερεγγυότητα κι εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι, «παρά τη θετική ανταπόκριση των περισσότερων κομμάτων και τον καθορισμό αυθημερόν εμπειρογνωμόνων για τη δημιουργία επιτροπής, που θα εργαστεί για τον καταρτισμό των νομοσχεδίων, η Κυβέρνηση καθυστερεί και κινείται με ρυθμούς χελώνας. Αυτό αποδεικνύεται και από τον καθορισμό της πρώτης συνεδρίας της Επιτροπής στις 22 του Σεπτέμβρη», κατέληξε.