Παραβιάζει την Αρχή Διάκρισης Εξουσιών η Βουλή;
Αντίθετα ή/και ασύμφωνα με καίρια Άρθρα του Συντάγματος, την Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών καθώς και την Αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, τα νομοθετήματα που ψήφισε η Βουλή, θεωρεί το Προεδρικό


Γνωματεύσεις για το κατά πόσον τα τέσσερα νομοθετήματα που έχει ψηφίσει η Βουλή και με τα οποία προστατεύει τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού είναι αντίθετα ή/και ασύμφωνα με καίρια Άρθρα του Συντάγματος, την Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών καθώς και την Αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, ζητεί μέσω των αναφορών του προς το Ανώτατο Δικαστήριο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης. Η μάχη στο Ανώτατο αρχίζει από σήμερα, στις έντεκα το πρωί, όταν οι Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης και Ρίκκος Ερωτοκρίτου αντίστοιχα, μαζί με ομάδα νομικών της Νομικής Υπηρεσίας, εκπροσωπώντας την Κυβέρνηση, θα βρεθούν απέναντι στους Χρίστο Κληρίδη, Γεώργιο Σεραφείμ και Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, οι οποίοι θα εκπροσωπήσουν τη Βουλή.

Κατά τη σημερινή διαδικασία, ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου, θα δοθούν οι απαραίτητες οδηγίες σε σχέση με την εξέλιξη της διαδικασίας που ακολουθηθεί και θα οριστεί άλλη συνεδρία κατά τη διάρκεια της οποίας αναμένεται πως οι δυο πλευρές θα εκφράσουν τις θέσεις και θα αναλωθούν στο… παιχνίδι απόδειξης για την ορθότητα των κινήσεών τους. Από τη μια οι συνήγοροι του Προέδρου της Δημοκρατίας θα επιδιώξουν την κήρυξη των νομοθετημάτων ως αντισυνταγματικών, ενώ οι συνήγοροι της Βουλής το αντίθετο.

Πάντως, όποια και να είναι τελικά η έκβαση της όλης υπόθεσης, το σίγουρο είναι ότι οι επόμενες δύο βδομάδες θα ‘ναι «καυτές», αφού το Ανώτατο θα κληθεί να γνωματεύσει επί των τεσσάρων νομοθετημάτων, η Βουλή θα αποφασίσει για την τύχη άλλων νομοθετημάτων που ψηφίστηκαν και ανέπεμψε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Eurogroup θα αναμένει την έκβαση και των δυο περιπτώσεων για να αποφασίσει κατά πόσον θα εκταμιεύσει την επόμενη δόση οικονομικής βοήθειας προς την Κύπρο.

Οι αναφορές
Όσον αφορά τον «Περί της Αναστολής Είσπραξης Οφειλών, Προστασίας της Κύριας Κατοικίας και της Επαγγελματικής Στέγης και της Ρύθμισης Άλλων Συναφών Θεμάτων», στην αίτηση που υπέβαλε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προς το Ανώτατο Δικαστήριο ζητεί από το Σώμα να γνωματεύσει κατά πόσον αυτός είναι αντίθετος και ασύμφωνος με τα Άρθρα 23, 26, 28, 30 και 35 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών από την οποία διαπνέεται το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και την Αρχή της φυσικής δικαιοσύνης audi alteram partem που επίσης απορρέει από το Σύνταγμα.

Σύμφωνα με τα όσα παραθέτει προς ενίσχυση των θέσεών του, στην αναφορά τονίζεται πως τα άρθρα 3, 5, 6, 8 (1), 14 (1), 20 και 22 του προαναφερθέντος νόμου είναι -κατά περίπτωση και όπως αναλύθηκε- αντίθετα και ασύμφωνα με το Σύνταγμα, τη Συνταγματική Αρχή της Διάκρισης Εξουσιών και την Αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. «Κατά προέκταση, τα προαναφερθέντα άρθρα του αναφερόμενου νόμου είναι αντίθετα και ασύμφωνα και με το άρθρο 35 του Συντάγματος που υποχρεώνει -μεταξύ άλλων- τις νομοθετικές Αρχές της Δημοκρατίας να διασφαλίζουν (εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους) την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος της Δημοκρατίας (που περιλαμβάνει τα άρθρα 23, 26, 28 και 30). Περαιτέρω, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη θέση ότι τα προαναφερθέντα αντισυνταγματικά άρθρα του αναφερόμενου Νόμου είναι αναπόσπαστα από τις λοιπές διατάξεις του προαναφερόμενου Νόμου, οπότε ζητεί από το Ανώτατο Δικαστήριο να κρίνει ως αντίθετο και ασύμφωνο με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας το σύνολο του αναφερόμενου Νόμου», καταλήγει στην πρώτη αναφορά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Τι παραβιάζει η αναστολή ισχύος του νόμου
Αναφορικά με τον «Περί Αναστολής της Ισχύος του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 μέχρι την έναρξη της ισχύος του νέου πλαισίου αφερεγγυότητας» στην αναφορά τονίζεται πως «με βάση το Άρθρο 54 του Συντάγματος, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει, μεταξύ άλλων, την αποκλειστική εξουσία επεξεργασίας νομοσχεδίων προ της καταθέσεώς τους στη Βουλή από κάποιον Υπουργό. Με βάση το Άρθρο 80 το δικαίωμα υποβολής νομοσχεδίων ανήκει στους Υπουργούς». Επίσης, στην αναφορά τονίζεται πως στο πολιτειακό σύστημα ισχύει η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και υποδεικνύεται πως «οποιαδήποτε άμεση, έμμεση ή με οποιοδήποτε σχήμα επέμβαση της μιας εξουσίας στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της άλλης, αποτελεί παράβαση της Αρχής τούτης».

Υποστηρίζει, παράλληλα, πως με τον εν λόγω Νόμο η Νομοθετική Εξουσία υποχρεώνει την Εκτελεστική Εξουσία να ετοιμάσει αριθμό νομοσχεδίων μέχρι συγκεκριμένης ημερομηνίας (31 Δεκεμβρίου 2014). «Εφόσον η Νομοθετική Εξουσία διά Νόμου υποχρεώνει την Εκτελεστική Εξουσία να ετοιμάσει συγκεκριμένα νομοσχέδια και να καταθέσει αυτά στη Βουλή εντός της προθεσμίας που επιτακτικά τίθεται, ενώ η πρωτοβουλία ετοιμασίας νομοσχεδίων και η επιλογή του χρόνου κατάθεσης αυτών στη Βουλή ανήκει, κατά τα Άρθρα 54 και 80 του Συντάγματος, στην Εκτελεστική Εξουσία, υφίσταται παράβαση των εν λόγων Άρθρων, καθώς και του Άρθρου 61 και της Αρχής Διάκρισης Εξουσιών», αναφέρεται ενώ καταγράφονται και άλλα σημεία του νόμου τα όποια παραβιάζουν τις προαναφερθείσες Αρχές και ζητείται γνωμάτευση κατά πόσον αυτός βρίσκεται σε αντίθεση ή/και είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 54, 61, 80 και 179 του Συντάγματος και προς την Αρχή της Διάκρισης Εξουσιών.

Τα άλλα δυο νομοθετήματα
Σε ό,τι αφορά τον «Περί Απαλλαγής των Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υπόσχεσης Χρέους μετά την πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου», στην Αναφορά υποδεικνύεται πως το άρθρο 3 αυτού παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Επίσης, το ίδιο άρθρο του προαναφερθέντος νόμου παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία κάθε προσώπου να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία, ενώ παραβιάζει επιπλέον ή/και διαζευτικά των ανωτέρων, το πιο πάνω δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή.

«Η απαλλαγή των εγγυητών και συνεπώς η κατάργηση του δικαιώματος διεκδίκησης των οφειλομένων σύμφωνα με τη σύμβαση εγγύησης ή/και τη σύμβαση δανείου, συνιστούν δραστικούς περιορισμούς στο δικαίωμα άσκησης επικερδούς εργασίας, χωρίς να δικαιολογούνται από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 2 του Άρθρου 25 λόγους», προστίθεται. Επιπρόσθετα, το άρθρο 3 του υπό αναφορά στο Ανώτατο νόμου παραβιάζει επιπλέον ή/και διαζευτικά των υπολοίπων το Άρθρο 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, όπως επίσης και το Άρθρο 28 που καθιερώνει την Αρχή της Ισότητας ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης.

Παράλληλα, παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Και στην αναφορά αυτή, αξίζει να σημειωθεί, γίνεται λόγος για παραβίαση της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και ως εκ τούτου ζητείται από το Ανώτατο Δικαστήριο να γνωματεύσει κατά πόσον ο προαναφερθέν νόμος βρίσκεται σε αντίθεση ή/και ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 23, 25, 26, 28, 30, 54, 80 και 179 του Συντάγματος και προς την Αρχή της Διάκρισης Εξουσιών.

Για τον τέταρτο υπό αναφορά νόμο αυτόν του «Περί Απαλλαγής Ενυπόθηκου Οφειλέτη από την Καταβολή Μη Εξοφληθέντος Ποσού Μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου», λίγο-πολύ αναφέρονται οι ίδιοι ισχυρισμοί με τον Περί Απαλλαγής των Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υπόσχεσης Χρέους μετά την πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου» και ως εκ τούτου ζητείται από το Ανώτατο να γνωματεύσει κατά πόσον βρίσκεται σε αντίθεση ή/και είναι ασύμφωνος με τις διατάξεις των Άρθρων 23, 25, 26, 28, 30 και 179 του Συντάγματος.