Πολλά δισεκατομμύρια οι επισφάλειες των τραπεζών
Γι' αυτό ο Υπουργός Οικονομικών μίλησε στη Βουλή για νέες επικίνδυνες περιπέτειες στην οικονομία, αν δεν εγκριθεί το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις


Μόνον αν περάσει ο νόμος για τις εκποιήσεις, θα περάσουν και οι κυπριακές τράπεζες τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής. Αυτός είναι και ο λόγος που η Κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει τα κόμματα να εγκρίνουν το νομοσχέδιο περί εκποιήσεων και γι’ αυτό έσπευσε να ικανοποιήσει τον όρο τους για ταυτόχρονη κατάθεση και νομοσχεδίων για το πλαίσιο αφερεγγυότητας, προκειμένου να πουν «ναι» στις εκποιήσεις. Η Κυβέρνηση είχε υπ' όψιν της να ετοιμάσει τα νομοσχέδια για την αφερεγγυότητα τους επόμενους μήνες, μέχρι δηλαδή το τέλος του χρόνου, όπως είναι και η μνημονιακή της υποχρέωση.

Δισεκατομμύρια οι επισφάλειες
Όπως εξήγησαν στην εφημερίδα μας οικονομικοί κύκλοι, χωρίς νόμο για εκποιήσεις οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να έχουν στους λογαριασμούς τους πρόνοιες για επισφάλειες, οι οποίες ανέρχονται σε αρκετά δισεκατομμύρια, γεγονός που αυξάνει τις κεφαλαιακές τους ανάγκες για σκοπούς των τεστ αντοχής και καθιστά αδύνατη την συμμόρφωσή τους στις οδηγίες της ΕΚΤ για βασικά ίδια κεφάλαια της τάξης του 9%.
«Είναι γι' αυτό που τόσο ο Υπουργός Οικονομικών όσο και η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Χρυστάλλα Γιωρκάτζη προειδοποίησαν τους βουλευτές στην κοινή συνεδρία των Επιτροπών Οικονομικών και Εσωτερικών της Βουλής, ότι το ένα δισεκατομμύριο που θα πάρει η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι αρκετό για να περάσει το τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής», τόνισαν οι ίδιες πηγές.

Σημείωσαν επίσης ότι πρόσθετο εμπόδιο, ειδικά για την Τράπεζα Κύπρου, αποτελεί και η απαίτηση των παλαιών μετόχων της για έκδοση διατάγματος από το δικαστήριο, με το οποίο να εμποδίζεται και να απαγορεύεται η αύξηση και τροποποίηση του μετοχικού κεφαλαίου της πριν από την αποκατάσταση των παλαιών μετοχών στην πραγματική τους αξία, δηλαδή όπως ήταν στις 15.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία αποφασίστηκε το κούρεμα, διαφορετικά να ανασταλεί η έκτακτη γενική συνέλευση της 27ης Αυγούστου. Αυτό σημαίνει ανακατατάξεις της μετοχικής δομής, οι οποίες θα καθυστερήσουν στα σίγουρα την κεφαλαιακή αναδιάρθρωση της Τράπεζας Κύπρου, η οποία στοχεύεται να «επισημοποιηθεί» αμέσως μετά την έκτακτη γενική συνέλευση της 27ης Αυγούστου.

Τι είπαν στον Χάρη οι Ρώσοι
Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες μας, οι παλαιοί μέτοχοι είχαν συνάντηση με τον Υπουργό Οικονομικών, στον οποίο ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους σε σχέση με την αξία της περιουσίας τους στην τράπεζα. Οι πληροφορίες επιβεβαιώνονται και από τη δήλωση του ιδίου του Χάρη Γεωργιάδη στη Βουλή, ότι τον πλησίασε «Ρώσος εκπρόσωπος μεγαλομετόχων με απαιτητικές διαθέσεις». Οι Ρώσοι μεγαλομέτοχοι είναι παλαιοί μέτοχοι της τράπεζας οι οποίοι πέραν του ότι είδαν τις καταθέσεις τους να κουρεύονται εν μιά νυκτί, καλούνται τώρα να αποδεχθούν διάθεση της μετοχής στα 24 σεντ-τόσα αποφάσισε η Τράπεζα ότι θα πωλήσει στους νέους μετόχους-, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι να αποδεχθούν και αποποίηση των δικαιωμάτων προτίμησης τα οποία κατέχουν.

Όπως είναι γνωστό, η έκτακτη γενική συνέλευση θα αποφασίσει μεταξύ άλλων: Ότι οι παλαιοί μέτοχοι αποποιούνται των δικαιωμάτων προτίμησης. Καλούνται δηλαδή: Πρώτον, να χαρίσουν πέραν των κεφαλαίων που έδωσαν αρχικά στην τράπεζα αγοράζοντας μετοχές, των οποίων η αξία ήταν πολλαπλάσια της σημερινής, δεύτερον, να μη λάβουν υπ' όψιν το «δώρο» των δισεκατομμυρίων που έδωσαν για να τη στηρίξουν με το κούρεμα των καταθέσεών τους και τρίτον, να χαρίσουν και τα δικαιώματα προτίμησης τα οποία θα τους απέφεραν τουλάχιστον δωρεάν μετοχές, ώστε να μην επιφορτισθούν όλο το κόστος της έκδοσης του νέου κεφαλαίου, από την οποία έκδοση θα επωφεληθούν οι νέοι μέτοχοι, οι οποίοι θα αγοράσουν την κάθε μετοχή προς μόλις 24 σεντ.

Η αγωγή και οι απαιτήσεις των 285 παλαιών μετόχων
Οι απαιτήσεις των παλαιών μετόχων της Τράπεζας Κύπρου περιλαμβάνονται στην αγωγή την οποία καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η αγωγή καταχωρίσθηκε, όπως αναφέρεται στο σχετικό έγγραφο, από το Ιδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' και άλλων 284 εναγόντων και στρέφεται εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας, της Τράπεζας Κύπρου, της Αρχής Εξυγίανσης, της Δημοκρατίας και της Ειδικής Διαχειρίστριας της Λαϊκής Τράπεζας Άντρης Αντωνιάδου και της ίδιας της Λαϊκής Τράπεζας.

Μεταξύ άλλων, οι 285 ενάγοντες ζητούν δήλωση ή διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η μετοχική σύνθεση της Τράπεζας Κύπρου από τις 15 Μαρτίου 2013 και μετά είναι λανθασμένη και ότι η απομείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους κατά 99% δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ορθολογιστικό και ή άλλο υπολογισμό και ουδόλως ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Κύπρου στις 15/3/2013 και/ή μετά.

Συγκεκριμένα -όπως αναφέρεται- ότι κακώς δόθηκε ποσοστό 18.056371% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου στη Λαϊκή Τράπεζα, ότι κακώς δεν συμπεριλήφθηκε η αρνητική εμπορική εύνοια ή λογιστικό κέρδος στην περιουσία της Τράπεζας Κύπρου λόγω της πώλησης της Λαϊκής προς αυτήν, όπως έγινε με την Τράπεζα Πειραιώς που αγόρασε τις εργασίες των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, όπως και λόγω της ζημιάς που προκλήθηκε λόγω λανθασμένου υπολογισμού του τιμήματος πώλησης των εν λόγω καταστημάτων στην Τράπεζα Πειραιώς.

Ζητούν, επίσης, δήλωση ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι είναι παράνομη, λανθασμένη, υπερβολική και καταχρηστική η παραχώρηση του ποσοστού του 18,05% (δηλαδή 844 εκατομμυρίων μετοχών) της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα, διότι το ποσοστό αυτό υπολογίσθηκε λανθασμένα ή κακώς ή και χωρίς να ληφθούν υπ' όψιν όλα τα απαραίτητα στοιχεία, και διότι αυτό αποτελεί αδικαιολόγητα υψηλό αντάλλαγμα ή και αδικαιολόγητο πλουτισμό, που παραχωρήθηκε κατά παράβασιν καθήκοντος επιμέλειας και/ή παράβαση των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Αναφέρεται, επίσης, ότι η παραχώρηση του 18,05% στη Λαϊκή συνιστά απόσπαση χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων και/ή ιδιοποίηση περιουσίας που ανήκει στους παλαιούς μετόχους.

Ταυτόχρονα, με αίτησή τους που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με αποδεικτικά στοιχεία, οι 285 ενάγοντες ζητούν διάταγμα, με το οποίο να εμποδίζεται και απαγορεύεται η αύξηση και τροποποίηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου πριν από την αποκατάσταση των παλαιών μετοχών στην πραγματική τους αξία, δηλαδή ως είχαν στις 15.3.2013, άλλως να ανασταλεί η Έκτακτη Γενική Συνέλευση. Όπως είναι γνωστό, στην έκτακτη γενική συνέλευση η Διαχειρίστρια της Λαϊκής Άντρη Αντωνιάδου έχει δικαίωμα ψήφου για το 18,05% της Τράπεζας Κύπρου.

Το Δικαστήριο διέταξε, ήδη, όπως η Τράπεζα Κύπρου, η Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας και η Λαϊκή Τράπεζα καταχωρίσουν ενστάσεις μέχρι τις 20 Αυγούστου και καθόρισε την ακρόαση της αίτησης στις 22 Αυγούστου.

ΕΔΕΚ: Εκβιασμός τα περί νέου κουρέματος
Χθες η ΕΔΕΚ, με ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι «η διαρροή από την πλευρά της Κυβέρνησης του ενδεχομένου νέου κουρέματος σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις, στην ουσία επιβεβαιώνει την ανικανότητα και την ανεπάρκειά της να διαχειριστεί κρίσιμα ζητήματα που έχουν σχέση με την Οικονομία και το Μνημόνιο».

«Επιχειρείται», τονίζει η ΕΔΕΚ, «να μετακυλιστούν οι δικές της ευθύνες τόσο για το πρώτο κούρεμα όσο και για το ενδεχόμενο μαζικών εκποιήσεων περιουσιών, στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η θέση αυτή αποτελεί άμεσο εκβιασμό προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς επίσης και κινδυνολογία γι' απόσειση των δικών της βαρύτατων ευθυνών.

Η Κυβέρνηση φέρει ευθύνες γιατί, με τους χειρισμούς της, δημιουργεί νέα αρνητική ψυχολογία τόσο στους καταθέτες όσο και στους επενδυτές, με απρόβλεπτες συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα το οποίο χρειάζεται ηρεμία, σταθερότητα και αξιοπιστία, αλλά και για το επενδυτικό περιβάλλον. Με τέτοια στάση και συμπεριφορά δεν είναι τυχαίο -παρά τις βαρύγδουπες διακηρύξεις της Κυβέρνησης εδώ και 16 μήνες περί «επανεκκίνησης της οικονομίας»- ότι η ύφεση εξακολουθεί να βαθαίνει, η ανεργία να αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς και επενδύσεις να μη βλέπουμε.

Τέλος, καλείται η Κυβέρνηση «να συνειδητοποιήσει ότι στη δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση που έχει οδηγήσει τον τόπο, η μόνη πραγματική και ελπιδοφόρα διέξοδος είναι να συνεργαστεί με εντιμότητα και υπευθυνότητα με το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων για χάραξη πολιτικής, η οποία να μειώνει τις αρνητικές επιπτώσεις από την εφαρμογή του Μνημονίου και να δημιουργεί βάσιμες ελπίδες γι' ανακοπή της αρνητικής πορείας της οικονομίας, αλλά και τις προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν σε μια σταθερή ανάκαμψη».