Στη δημοσιότητα οι θέσεις του ΚΕΒΕ για το νομοσχέδιο
Με σημαντικές προτάσεις, το ΚΕΒΕ παρεμβαίνει στις συζητήσεις για το νομοσχέδιο περί εκποιήσεων, τονίζοντας ότι η νέα νομοθεσία πρέπει να στηρίζεται στη βάση του δικαίου και να αποκλείει αδιάκριτες και αυθαίρετες ενέργειες από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
Δημοσιοποιώντας τις θέσεις του το ΚΕΒΕ τονίζει ότι οι τράπεζες οφείλουν να προσεγγίσουν την κάθε περίπτωση και ειδικότερα τις περιπτώσεις βιώσιμων επιχειρήσεων και συνεπών δανειοληπτών με την απαιτούμενη υπευθυνότητα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προγενέστερη συμπεριφορά των πελατών τους, αλλά και με επίγνωση των υποχρεώσεων και των δικών τους ευθυνών απέναντι στους πελάτες τους και την κοινωνία ευρύτερα, για τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων.
Αν είναι δυνατόν η κατηγοριοποίηση οφειλετών να γίνεται από ανεξάρτητη Αρχή. Υποδεικνύει ακόμα ότι ο Νόμος θα πρέπει να στοχεύει ουσιαστικά τις περιπτώσεις δανειοληπτών που παρουσιάζονται αδικαιολόγητα μη συνεργάσιμοι, ή επιδιώκουν στρατηγικά να αποφεύγουν να καταβάλλουν τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες, εκμεταλλευόμενοι την υφιστάμενη οικονομική κρίση και τις αδυναμίες του συστήματος, επιβαρύνοντας με τον τρόπο αυτόν τους υπόλοιπους καταθέτες.
Το ΚΕΒΕ αναφέρεται ακόμα στους σοβαρούς κινδύνους και τα προβλήματα που θα επιφέρουν τυχόν μαζικές εκποιήσεις, με τη δημιουργία υπερβολικής προσφοράς ακινήτων προς πώληση, ωθώντας τις τιμές προς τα κάτω, εξέλιξη που θα έχει άκρως αρνητικές επιπτώσεις στους δανειολήπτες, στις τράπεζες αλλά και στην ίδια την οικονομία του τόπου.
Ενόψει των πιο πάνω, το ΚΕΒΕ θεωρεί ότι η προσπάθεια για ρύθμιση του ζητήματος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πιο κάτω βήματα:
1. Την εισαγωγή αριθμού ευρύτερων ρυθμίσεων ως αποτέλεσμα της ιδιάζουσας κατάστασης της οικονομίας.
2. Την ψήφιση του νομοσχεδίου για τις εκποιήσεις με αριθμό τροποποιήσεων.
3. Την ψήφιση μέχρι το τέλος του έτους του πλαισίου για την αφερεγγυότητα και τις πτωχεύσεις, ώστε να ολοκληρωθεί και να εκσυγχρονιστεί πλήρως το πτωχευτικό δίκαιο της χώρας.
Οι εισηγήσεις του ΚΕΒΕ για τα θέματα 1 και 2 είναι οι εξής:
1.Ευρύτερες ρυθμίσεις λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης της οικονομίας.
(α). Η έμφαση πρέπει να δοθεί σε πρώτη φάση στην ανάγκη διευκόλυνσης των δανειοληπτών να καταβάλουν τα οφειλόμενα μέσα από ρεαλιστικές αναδιαρθρώσεις δανείων και όχι στην κατεύθυνση των εκποιήσεων.
(β). Να καταστεί υποχρεωτική για τις τράπεζες η Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για τη Διαχείριση των Καθυστερήσεων με τρόπον υποβοηθητικό για τους δανειολήπτες, πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για εκποίηση ακινήτων.
(γ). Να γίνεται σαφής διαχωρισμός μεταξύ βιώσιμων επιχειρήσεων και συνεπών δανειοληπτών, με δέσμευση των τραπεζών να είναι υποβοηθητικές στη διαδικασία των αναδιαρθρώσεων.
(δ). Στις περιπτώσεις δανειοληπτών που έχουν υποστεί κούρεμα ή έχασαν χρήματα λόγω αξιογράφων/κλείσιμο Λαϊκής, αυτό να λαμβάνεται υπ’ όψιν στις διαπραγματεύσεις για αναδιαρθρώσεις των δανείων τους.
(ε). Ο νόμος να μην έχει εφαρμογή για την πρώτη κατοικία μέχρι 350.000 ευρώ και για την επαγγελματική στέγη για βιώσιμες ΜμΕ, μέχρι την ψήφιση του πλαισίου αφερεγγυότητας.
(στ). Το ΚΕΒΕ δεν συμφωνεί με την άποψη, όταν πραγματοποιείται μία εκποίηση και το οφειλόμενο ποσό δεν εξοφλείται, να διαγράφεται το υπόλοιπο του δανείου. Θα πρέπει όμως είτε με νομοθεσία είτε με οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας να καταργηθούν με αναδρομική ισχύ στα υφιστάμενα δάνεια επαχθείς όροι, που επέβαλλαν μονομερώς οι τράπεζες στις διάφορες συμβάσεις (π.χ. Floating charges, τύπος και ύψος επιτοκίων, μείωση χρόνου αποπληρωμής κλπ).
(β). Στο άρθρο 44 Ε(3), το χρονικό διάστημα μεταξύ του πρώτου και δεύτερου πλειστηριασμού πρέπει να αυξηθεί στους 6 μήνες. Επίσης, το ποσό της επιφυλασσόμενης τιμής για τον δεύτερο πλειστηριασμό δεν πρέπει να μειώνεται στο 50% της αγοραίας αξίας του ακινήτου, διότι αυτό θα ωθεί τους πάντες να αναμένουν αυτήν τη χρονική στιγμή για να πλειοδοτούν.
Εξυπακούεται ότι ο οφειλέτης θα έχει τη δυνατότητα καθ’ οιονδήποτε χρόνο της διαδικασίας εκποίησης να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και να κρατήσει το ακίνητο.
Αναφορικά με το θέμα των εκποιήσεων υποθηκευμένων ακινήτων σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ειδικότερα στο θέμα της πρώτης κατοικίας, αλλά και ενυπόθηκων περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων, θεωρούμε αναγκαία τη συμπερίληψη στον νόμο τέτοιων προνοιών, που θα αποκλείουν ή θα περιορίζουν στο ελάχιστο τον κίνδυνο αποφάσεων που θα είναι καταστροφικές για άτομα και βιώσιμες επιχειρήσεις, που παρά τη θέλησή τους και ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς οικονομικής ύφεσης που αντιμετωπίζει ο τόπος μας, έχουν βρεθεί σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους, καταλήγει το ΚΕΒΕ.




