Εντείνονται οι ανησυχίες για τα «κόκκινα» δάνεια και τις επιπτώσεις τους
Ο κίνδυνος για εκποιήσεις ακινήτων σέρνει τον χορό για βουτιά των τιμών στα ακίνητα
• Κανένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν θέλει να καταλήξει στις εκποιήσεις - Πρόβλημα για τους ισολογισμούς τους
• Μεγάλοι κίνδυνοι για την αγορά και για το χρηματοπιστωτικό σύστημα οι μεγάλες βουτιές των τιμών μέχρι και 60%
• Όλα στο τραπέζι - Διαγραφές, κουρέματα και αναδιάρθρωση
• Λύσεις-πακέτο για τα νοικοκυριά - Όριο φτώχιας και «Αποδεκτές Δαπάνες Διαβίωσης»
Η «Καταιγίδα της Ερήμου», που σόκαρε την Κύπρο τον Μάρτιο του 2013 με τις αποφάσεις του Eurogroup, όχι μόνο δεν έχει καταλαγιάσει, αλλά επεκτείνεται επικίνδυνα, καθώς τα «κόκκινα» δάνεια τραβούν προς τα κάτω το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την οικονομία και την κοινωνία.
Oι εκποιήσεις ακινήτων είναι το πρώτο εργαλείο για να ασκηθούν πιέσεις προς τους δανειολήπτες που «έχουν και κατέχουν» και δεν πληρώνουν, για να καταβάλλουν τη δόση των δανείων τους. Ωστόσο, είναι το τελευταίο μέτρο για να περάσουν στα χέρια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών οι περιουσίες των επιχειρήσεων και κυρίως των νοικοκυριών, καθώς μια τέτοια απόφαση όχι μόνο θα στοιβάξει απούλητα ακίνητα στα χέρια τους -πράγμα που δεν το επιθυμούν- αλλά θα δώσει και τη χαριστική βολή σε μιαν αγορά ακινήτων που παραπαίει.
Σε επιφυλακή
Οι μαζικές εκποιήσεις θα κατρακυλήσουν τις τιμές των ακινήτων στο 60%, από 30% που υπολογίστηκαν και κυμαίνονται τώρα, ένας υπαρκτός πλέον κίνδυνος που φαίνεται στον ορίζοντα και που θέτει σε επιφυλακή τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και το Υπουργείο Οικονομικών, ακόμη και τους δανειστές. Μια μεγάλη πτώση στις τιμές των ακινήτων θα επιβαρύνει περαιτέρω το χρηματοπιστωτικό σύστημα και ολόκληρη την κυπριακή οικονομία, που θα περάσει σε βαθύτερη ύφεση.
Από την άλλη, «τι θα κάνουν οι τράπεζες τα σπίτια και τα ακίνητα, τις επαγγελματικές στέγες; Σε ποιους θα τα πουλήσουν;». Ήδη, η πτώση των τιμών των ακινήτων έχει ουσιαστικά φέρει ένα «κούρεμα» στους ισολογισμούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς, για παράδειγμα, ένα χρέος 100 εκατ. ευρώ διαγράφεται με ζημίες 30 εκατ. και εάν περάσει στην κυριότητα της τράπεζας ή του συνεργατικού και δεν πωληθεί, η ζημιά θα είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Υπό τον φόβο όλων αυτών των εξελίξεων και ενδεχόμενης νέας κρίσης στο τραπεζικό σύστημα που προσπαθεί να βρει τα πόδια του, η Τρόικα, που επέστρεψε και πάλι στην Κύπρο για τη νέα αξιολόγησή της, γονάτισε στο θέμα των «κόκκινων» δανείων, υποχρεώνοντας την Κυβέρνηση να καταθέσει άρον - άρον στη Βουλή το νομοσχέδιο που θα δίνει το δικαίωμα στον ιδιωτικό τομέα να χρησιμοποιήσει το εργαλείο των εκποιήσεων.
Ωστόσο, το μέτρο αυτό δεν είναι αυτοσκοπός, και αυτό το ξέρουν πολύ καλά όλοι, καθώς εκτιμούν πως η κατάσταση αντί να βελτιώνεται θα χειροτερεύει. Όμως, πιστεύουν ότι θα ασκηθούν πιέσεις σε όσους χρωστούν να σπεύσουν σε αναδιάρθρωση των δανείων τους και να συνεχίσουν να καταβάλλουν τη δόση τους.
Μαζικές εκποιήσεις
Η Τρόικα ξέρει πολύ καλά πως οι τράπεζες δεν μπορούν να κατάσχουν μαζικά μεγάλο αριθμό ακινήτων που δεν μπορούν να τα αξιοποιήσουν, αλλά προσδοκούν και ασκούν έντονες πιέσεις, ώστε να επανέλθει η κουλτούρα της πληρωμής των υποχρεώσεων του δανειολήπτη προς τις τράπεζες.
Ήδη, είναι γνωστό πως μεγάλη μερίδα των δανειοληπτών έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν χρησιμοποιούν για να αναδιαρθρώσουν τα δάνειά τους, όπως «φουσκωμένους» λογαριασμούς καταθέσεων και άλλα.
Ένα ζήτημα-κλειδί δεν είναι τα στεγαστικά δάνεια των μικρών και μεσαίων δανειοληπτών, για τους οποίους θα ενσωματωθούν σχετικές πρόνοιες στο νομοσχέδιο, έτσι που να δοθεί μια ευκαιρία για εκείνους που αντιμετωπίζουν πραγματικά προβλήματα (άνεργοι και χαμηλόμισθοι), αλλά τα μεγάλα δάνεια των επιχειρηματιών ανάπτυξης γης και εκείνων που είναι εκτεθειμένοι σε μεγάλης αξίας στεγαστικά δάνεια.
Νομικά ζητήματα
Ήδη, λόγω της πολυπλοκότητας πολλών ζητημάτων που προέκυψαν στην πορεία, οι δανειστές ζήτησαν τα «φώτα» των νομικών τους συμβούλων, αναφορικά με καυτά και δαιδαλώδη ζητήματα και κενά, που χρήζουν ερμηνείας σε σχέση με τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια. Από την άλλη, πολλοί δανειολήπτες βρίσκονται σε στάση αναμονής, παρακολουθώντας τις εξελίξεις, αναμένοντας αποφάσεις που θα μειώνουν το βάρος των δανείων τους, πιθανότατα με διαγραφή ή με άλλου είδους διευθετήσεις.
Τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ) συνεχίζουν να αποτελούν μια εν δυνάμει ωρολογιακή βόμβα, που ανά πάσα στιγμή θα ανατινάξει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο πονοκέφαλο των οργανισμών αλλά και της Τρόικας.
Εγγυήσεις
ΑΝΑΜΕΣΑ στα ερωτήματα που υποβάλλονται και στα οποία εκτιμάται ότι θα δοθούν κάποιες προκαταρκτικές απαντήσεις στο νομοσχέδιο που ετοιμάζεται από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία είναι, ανάμεσα σε άλλα: Τι είδους εγγυήσεις δόθηκαν για δάνεια, ποια δεν έχουν καμία εξασφάλιση και τι γίνεται αν κάποιος δανειολήπτης αποφασίσει να μην πληρώσει τίποτα, επειδή δεν έχει δεσμεύσει καμιά ακίνητη περιουσία.
Αυτήν τη στιγμή, επιχειρηματίες και νοικοκυριά που έχουν συνάψει δάνεια, για τα οποία γίνεται επίκληση της δυσμενούς οικονομικής τους κατάστασης -που ενισχύεται από τα κενά στη νομοθεσία- δεν προχωρούν σε αναδιαρθρώσεις, ενώ διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία.
Εκτιμάται ότι με την ψήφιση της νέας νομοθεσίας, ο αριθμός των δανειοληπτών που θα ζητήσουν αναδιάρθρωση θα αυξηθεί, ώστε να ξεχωρίσουν οι βιώσιμοι δανειολήπτες και οι προβληματικοί. Επίσης, Τρόικα και χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί εντοπίζουν δαιδαλώδη προβλήματα στις περιπτώσεις που υπάρχουν πολλοί εγγυητές που υπογράφουν για την εξασφάλιση ενός δανείου, για το οποίο δεν υπάρχει άλλη εμπράγματη εξασφάλιση (σε πολλές περιπτώσεις στον συνεργατισμό), διαφορετικές περιουσίες, που έχουν χρησιμοποιηθεί ως εμπράγματες εξασφαλίσεις ή πολλά δάνεια, διασκορπισμένα σε διάφορους οργανισμούς.
Ίση μεταχείριση
Πάντως, κατά τις επαφές της περασμένης βδομάδας η Τρόικα φάνηκε να αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα, κυρίως για τα κυπριακά νοικοκυριά, πολλά από τα οποία έχουν πέραν του ενός ανέργου ή εργαζομένους που έχουν δεχθεί μεγάλη μείωση στον μισθό τους.
Ωστόσο, παρόλο που αναμενόταν περισσότερη ευαισθησία στο θέμα των στεγαστικών δανείων, δεν αντιμετωπίζουν θετικά προτάσεις για να διασφαλιστεί με νομοθετικές ρυθμίσεις η πρώτη κατοικία, επικαλούμενοι νομικά ζητήματα που θα προκύψουν.
Οι δανειστές θεωρούν ότι η πολιτική για τα «κόκκινα» δάνεια θα πρέπει να είναι κοινή για όλους, αφήνοντας «παραθυράκια» για εκείνους που έχουν πραγματικά μεγάλα και αξεπέραστα προβλήματα, οι περιπτώσεις των οποίων αναμένεται να καλύπτονται με κάποιον τρόπο στη σχετική νομοθεσία και η κάθε περίπτωση θα αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από την τράπεζα.
Όμως, εμμένουν στη θέση τους ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονται για τα ΜΕΔ θα πρέπει να είναι εξαιρετικά αυστηρές για εκείνους που έχουν και κατέχουν μεγάλες περιουσίες, είναι εκτεθειμένοι σε μεγάλα επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια, και κυρίως γι’ αυτούς που δεν είχαν μεγάλες απώλειες στους μισθούς τους. Για τις περιπτώσεις αυτές, τα πυρά τους στρέφονται και εναντίον των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ότι δεν έχουν εξαντλήσει τις προσπάθειες για αναδιάρθρωση δανείων.
Να σημειωθεί ότι η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων θα γίνει πάνω στο ποσό που έχει απομείνει για να αποπληρωθεί. Πρώτα πρέπει να γίνει συμψηφισμός, να ξεκαθαρίσει ποιος χρωστά σε ποιον και μετά να ξεκινήσει η διαδικασία αναδιάρθρωσης του δανείου. Όταν ένα δάνειο περάσει στο «κόκκινο» - σύμφωνα με τη μνημονιακή σύμβαση έχουν τεθεί σχετικά συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα - ό,τι είχε δοθεί ως εγγύηση θα χαθεί, για να καλυφθεί το δάνειο και οι προβλέψεις στον ισολογισμό του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.
Επιχειρηματικά δάνεια
Στις περιπτώσεις των επιχειρηματικών δανείων, ο τραπεζικός οργανισμός θα στηρίζεται στις προβλέψεις ενός δανείου και στις εγγυήσεις.
Για παράδειγμα, ένα δάνειο 5 εκατ. ευρώ δόθηκε με εγγύηση ένα ακίνητο 2 εκατ. ευρώ. Τότε η τράπεζα που έχει δώσει το δάνειο θα πρέπει:
• Να αποτιμήσει το δάνειο σύμφωνα με το ποσό που δεν έχει εξοφληθεί.
• Να εκτιμήσει την αξία του ακινήτου που έχει δοθεί ως εγγύηση.
Στη συνέχεια, η τράπεζα θα πρέπει να εγγράψει στα αποτελέσματά της τυχόν ζημιά, και ταυτόχρονα εισήγηση αναφορικά με τους τρόπους που θα αξιοποιήσει το ακίνητο που έχει ως εγγύηση.
Στις περιπτώσεις των επιχειρηματικών δανείων, δεν αποκλείεται οι τράπεζες να εξετάσουν επιλογές όπως είναι η διαγραφή, το «κούρεμα» ή η αναδιάρθρωση. Σε περίπτωση που γίνει «κούρεμα» των δανείων, οι τράπεζες θα «κουρεύουν» το ανεξόφλητο υπόλοιπο μέχρι και 50%, θα μετοχοποιούν το υπόλοιπο και θα αναλαμβάνουν τη διαχείριση της προβληματικής εταιρείας, κυρίως αυτής που δεν έχει μέλλον να δουλέψει από μόνη της.
Στις επιχειρήσεις που πληρώνεται κάποια δόση, και πάλιν εκτιμάται ότι θα γίνεται κάποιο «κούρεμα» του δανείου, αλλά σε μικρότερο ποσοστό.
Υπάρχει ήδη διάχυτο το κλίμα ανάμεσα στα τραπεζικά ιδρύματα ότι, παρά να χάσουν όλο το ποσό του δανείου που παραχώρησαν, να κάνουν κάποια «έκπτωση» στους δανειολήπτες, ώστε να έχουν ένα κίνητρο για να ανταποκριθούν στην υποχρέωση να πληρώνουν το δάνειό τους.
Στεγαστικά δάνεια
Τα «κόκκινα» δάνεια των νοικοκυριών είναι αυτήν τη στιγμή το βασικότερο πρόβλημα των κυπριακών οικογενειών. Ήδη, άρχισε η εξέταση διαφόρων λύσεων στη βάση των «Αποδεκτών Δαπανών Διαβίωσης» και δεν αποκλείεται να υπάρξουν και άλλες ρυθμίσεις στο νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις, που πιθανότατα να συζητηθεί στην επόμενη συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου.
Στη βάση των «Δεικτών του Ορίου Φτώχιας», που μειώθηκε το 2013 στα 8.460 ευρώ, από 10.156 ευρώ το 2012, 10.194 ευρώ το 2011, 9.708 ευρώ το 2010, 9.871 ευρώ το 2009 και 9.614 ευρώ το 2008, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα καθορίζει ένα ποσό με το οποίο θα θεωρείται ότι ένας δανειολήπτης και η οικογένειά του μπορούν να ζήσουν. Με τα υπόλοιπα χρήματα - έσοδά του πληρώνεται η δόση του δανείου. Στα έξοδα περιλαμβάνονται η διατροφή, η ένδυση, η στέγαση, η μόρφωση των παιδιών και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Έτσι οι τράπεζες, καθορίζοντας τις κατηγορίες των νοικοκυριών (μονομελή, ζευγάρια, τριμελή, τετραμελή) εξετάζουν, ξεχωριστά κάθε περίπτωση, τα αιτήματα των δανειοληπτών. Οι δόσεις θα είναι μικρότερες και η διάρκεια αποπληρωμής εκτιμάται ότι θα επιμηκύνεται.
Για παράδειγμα, ένα δάνειο που σήμερα έχει ρυθμιστεί για 30 χρόνια, η διάρκειά του πιθανόν να μπορεί να επεκταθεί για 50 ή ακόμη και για 60 χρόνια, με μια ελάχιστη δόση.




