Η Οδηγία για τα κόκκινα δάνεια προσφέρει λύσεις για όλους

Κάποιες τράπεζες δεν εφαρμόζουν την Οδηγία της Κεντρικής, η οποία δίνει διέξοδο σε δανειολήπτες που τώρα δεν μπορούν να πληρώνουν δόσεις

ΤΑ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ θα έρθουν, όταν οι πολίτες ενημερωθούν πλήρως για τις πρόνοιες της Οδηγίας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων


Λύσεις για την αναδιάρθρωση όλων των μη εξυπηρετούμενων δανείων και μάλιστα με τρόπο που να είναι δίκαιος, αλλά και να επιτρέπει στον κάθε δανειολήπτη να ζει με αξιοπρέπεια στο δικό του πρώτο σπίτι, αλλά και στον επιχειρηματία να συνεχίσει να λειτουργεί την επιχείρησή του μέχρι να μπορέσει να του αποδώσει τα κεφάλαια εκείνα που θα τον βοηθήσουν να αποπληρώσει το δάνειό του, περιλαμβάνει η Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΤ), την οποία πρέπει να τηρούν όλες οι τράπεζες και φυσικά και ο Συνεργατισμός.

Μια προσεκτική μελέτη της Οδηγίας αποκαλύπτει πως οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να εξετάζουν κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να βρίσκουν τις καταλληλότερες λύσεις για κάθε οφειλέτη, χωρίς να τον «πνίγουν». Αντίθετα μάλιστα. Θα πρέπει να βρίσκουν τις λύσεις που θα ανακουφίσουν τους οφειλέτες που πλήγηκαν από την οικονομική κρίση, έχασαν δηλαδή τη δουλειά τους ή έχασαν μεγάλο μέρος των απολαβών τους, μέχρι να ξημερώσουν καλύτερες μέρες γι’ αυτούς, χωρίς να καθορίζεται ο χρόνος. Στην οδηγία καταγράφεται απλώς η λέξη «μέλλον».

Να παραμείνουν στα σπίτια τους

Ο βασικός στόχος της Οδηγίας, όπως καταγράφεται επί λέξει σ’ αυτήν είναι:

«Να ελαχιστοποιηθεί το ύψος των κατασχέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινωνικός στόχος παραμονής των δανειοληπτών στην κατοικία τους και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, και συνεπώς η στήριξη της κυπριακής οικονομίας στην ολότητά της».

Η Οδηγία αποτελεί μέρος της εξουσίας που παρέχει ο νόμος «περί εργασιών των πιστωτικών ιδρυμάτων του 1997 έως (αρ.3) του 2013» στην Κεντρική Τράπεζα, έχει ετοιμασθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έχει περάσει από τις Βρυξέλλες κι εστάλη στην Κύπρο για εφαρμογή. Όπως ανέφεραν στην εφημερίδα μας τραπεζικοί κύκλοι και άτομα που υπηρέτησαν σε υψηλά κυβερνητικά αξιώματα που μελέτησαν με προσοχή την Οδηγία, ορισμένες μόνον τράπεζες, κυρίως ξένες, εφαρμόζουν σε κάποιο βαθμό την Οδηγία, με τις υπόλοιπες να αρκούνται στην εφαρμογή εσωτερικών κανονισμών που οι ίδιες θεσπίζουν. Οι κανονισμοί αυτοί όμως δεν είναι δυνατόν να υπερισχύσουν της Οδηγίας η οποία προκύπτει από νομοθεσία.

Τελειώνει η έρευνα για την εφαρμογή της

«Επιπλέον», ανέφεραν στην εφημερίδα μας οι ίδιες πηγές, «τράπεζες δεν φαίνεται να έχουν καλή γνώση των προνοιών της Οδηγίας. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που η ΚΤ διόρισε εξωτερικούς ελεγκτές, τον οίκο PWC, οι οποίοι ανέλαβαν να διερευνήσουν αν και ποιες τράπεζες εφαρμόζουν την Οδηγία. Η έκθεση αναμένεται να είναι έτοιμη στο τέλος του μήνα».

Σημείωσαν, επίσης, ότι «θα έρθουν τα πάνω κάτω», όταν οι πολίτες ενημερωθούν πλήρως για τις πρόνοιες της Οδηγίας για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την ανακούφιση η οποία προσφέρεται σε οφειλέτες που σήμερα πιστεύουν πως σύντομα το σπίτι τους θα βγει στο σφυρί ή ότι η επιχείρησή τους θα βάλει λουκέτο επειδή τώρα δεν μπορούν, λόγω της κρίσης, να αποπληρώνουν τα δάνειά τους.

Αρκεί να σημειώσουμε ότι πολλές φορές στην Οδηγία επαναλαμβάνεται η έκφραση ότι οι τράπεζες οφείλουν να βρουν έναν αποτελεσματικό, βιώσιμο και δίκαιο τρόπο για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των οφειλετών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, «με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση».

Οι κατευθυντήριες γραμμές

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Οδηγία περιέχει συνοπτικά τις εξής κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ακολουθούν οι τράπεζες, όταν προβαίνουν σε αναδιάρθρωση δανείων:

-Η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επικρατούσες οικονομικές, κοινωνικές και νομικές περιστάσεις.

-Η προσέγγιση αναδιάρθρωσης πρέπει να διασφαλίζει τον σεβασμό και τη δίκαιη μεταχείριση των δανειοληπτών.

-Κατά τον καθορισμό του λογικού βιοτικού επιπέδου πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια, ώστε αυτό να επιτρέπει στον δανειολήπτη να έχει κατάλληλη στέγη και απαραίτητο εξοπλισμό για διαβίωση.

-Η αναδιάρθρωση δεν πρέπει να οδηγεί σε υπέρμετρη επιβάρυνση, αλλά να εντοπίζεται η χρυσή τομή, που πρέπει να βασίζεται στον σεβασμό των φυσικών, ψυχολογικών και κοινωνικών αναγκών των δανειοληπτών σε δυσχερή κατάσταση.

-Η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη των ατόμων να διατηρήσουν ενεργή τη συμμετοχή τους στην κοινωνία.

-Η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ατομική κατάσταση του δανειολήπτη, περιλαμβανομένης της σύνθεσης του νοικοκυριού (π.χ. τον αριθμό των ενηλίκων και των εξαρτώμενων ατόμων), την ουσιαστική ανάγκη για αυτοκίνητο, τα μεταβλητά κόστη που αντιμετωπίζουν (π.χ. πληρωμές για τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών) και οποιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (π.χ. ιατρικές ανάγκες, σωματικές αναπηρίες), καθώς και οποιεσδήποτε ειδικές δαπάνες για την ατομική περίπτωση.

Η Οδηγία παρέχει στις τράπεζες σημαντικό αριθμό εργαλείων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν είτε χωριστά είτε σε συνδυασμούς, ώστε να βρουν τις λύσεις εκείνες που ταιριάζουν στην περίπτωση κάθε οφειλέτη χωριστά. Θα πρέπει δηλαδή να εξετάζουν κάθε περίπτωση χωριστά και να βρίσκουν την καλύτερη, δικαιότερη και αποτελεσματικότερη λύση για τον κάθε οφειλέτη, ώστε αυτός να συνεχίσει να ζει στο σπίτι του έχοντας τουλάχιστον τα στοιχειώδη για τη διαβίωσή του.

Πρόνοια μέχρι και για «αποθήκευση» δανείων

ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ ΣΕ ΔΑΝΕΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΕΞΟΦΛΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΣΕ ΔΑΝΕΙΟ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

ΣΕ σχέση με τις επιλογές που δίδονται στις τράπεζες, αναφέρουμε ενδεικτικά τις κυριότερες, τονίζοντας ότι σημειώνεται πως μπορεί να γίνει συνδυασμός παραδοσιακών και μη παραδοσιακών λύσεων.

Το πλαίσιο αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την Οδηγία πρέπει:

-Να είναι προσαρμοσμένο ανάλογα με την κατηγορία των χορηγήσεων (π.χ. στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά, δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δάνεια για αγορά εμπορικού ακινήτου) και τις ιδιαιτερότητες του κάθε τομέα (π.χ. χρηματοδότηση για επένδυση σε ακίνητα).

-Να μπορεί να περιλαμβάνει προγράμματα πώλησης εξασφαλίσεων / ακίνητης περιουσίας, αν και όταν αυτό ενδείκνυται.

Οι βραχυπρόθεσμες

Οι επιλογές μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες. Στις βραχυπρόθεσμες περιλαμβάνονται και οι εξής:

-Καταβολή μόνον του τόκου, χωρίς να γίνεται καμία αποπληρωμή του κεφαλαίου για καθορισμένη περίοδο. Στη λήξη της περιόδου καθορίζεται νέο πρόγραμμα αποπληρωμής, με βάση την -με τον καλύτερο δυνατό τρόπο- ικανότητα αποπληρωμής.

-Μείωση του ποσού της δόσης για καθορισμένη περίοδο, μέχρι να μπορέσει ο δανειολήπτης να αποπληρώνει με βάση τη δόση του. Οι μειωμένες δόσεις μπορεί να είναι υψηλότερες των τόκων και το ποσόν που περισσεύει να διατίθεται για την αποπληρωμή του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, αν οι τόκοι ενός δανείου είναι μηνιαίως 200 ευρώ, ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλλει 300 ευρώ. Τα 200 θα καλύπτουν τους τόκους και τα 100 θα καλύπτουν μέρος του δανείου.

-Δόσεις χαμηλότερες των τόκων: Αυτή η περίπτωση θα χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για παράδειγμα σε περιόδους ανεργίας ή σημαντικά μειωμένων εσόδων. Το μέρος του τόκου που δεν οφείλεται θα προστίθεται στο κεφάλαιο για μελλοντική καταβολή.

-Μείωση του επιτοκίου: Μόνιμη ή προσωρινή μείωση του επιτοκίου, σε ένα δίκαιο και εφικτό επιτόκιο. Χορηγήσεις με υψηλά επιτόκια είναι μία από τις συνήθεις αιτίες οικονομικής δυσχέρειας.

Οι τράπεζες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ένα υψηλό επιτόκιο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή οικονομική δυσχέρεια και πιθανόν να είναι προς το συμφέρον τους να μειώσουν τα επιτόκια, παρά να διακινδυνεύσουν την πλήρη αθέτηση των δανείων τους.

Μακροπρόθεσμες λύσεις: Παράταση και αποθήκευση

Μακροπρόθεσμες είναι οι λύσεις αναδιάρθρωσης με διάρκεια αποπληρωμής πέντε ετών και άνω. Για την κατασκευή των εμπορικών ακινήτων ή τη χρηματοδότηση έργου, η διάρκεια αντιστοιχεί σε τρία έτη και άνω.

Η σύμβαση για τέτοιες αναδιαρθρώσεις πρέπει να προβλέπει αναθεώρηση, τουλάχιστον, σε ετήσια βάση. Οι ακόλουθες είναι οι κύριες μακροπρόθεσμες λύσεις που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις τράπεζες σε εξωδικαστικές αναδιαρθρώσεις.

-Παράταση της διάρκειας του δανείου: Παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου, η οποία επιτρέπει τη μείωση του ποσού των δόσεων λόγω της επεκτασης του χρονικού ορίου. Σε περιπτώσεις δανείων προς ιδιώτες δανειολήπτες, η περίοδος παράτασης δεν μπορεί να παρατείνεται πέραν της ηλικίας συνταξιοδότησης ή τα 70 έτη ως το μέγιστο όριο ηλικίας, με βάση αξιολόγηση την οποία πραγματοποιεί η κάθε τράπεζα. Παράταση της ημερομηνίας λήξης του δανείου πέραν της ηλικίας των 70 ετών μπορεί να γίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχουν βάσιμα στοιχεία συγκεκριμένης πηγής αποπληρωμής σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

-Απορρόφηση πλεονάσματος μετρητών: Στοχεύει στην εξασφάλιση ταμειακών ροών, για τις οποίες δεν υπάρχουν εμπράγματα βάρη και/ή δεν είναι δεσμευμένες από την τράπεζα. Πλεόνασμα μετρητών μπορεί να επιτευχθεί, για παράδειγμα, από υψηλότερες ταμειακές εισροές από εργασίες, καθώς και από πώληση εξασφαλίσεων ή από μη βεβαρημένα στοιχεία του ενεργητικού.

-Πρόσθετη εξασφάλιση: Πρόσθετα βάρη σε μη βεβαρημένα στοιχεία του ενεργητικού λαμβάνονται ως πρόσθετη εξασφάλιση από τον δανειολήπτη, προκειμένου να αντισταθμιστεί ο υψηλότερος κίνδυνος και σαν μέρος της διαδικασίας αναδιάρθρωσης. Αυτό αποσκοπεί στη βελτίωση ή τη θεραπεία του συμβατικού δείκτη δάνειο-προς-αξία. Η πρόσθετη εξασφάλιση μπορεί να έχει πολλές μορφές, όπως δέσμευση κατάθεσης, ανάθεση εισπρακτέων, νέα/επιπρόσθετη υποθήκη ακίνητης περιουσίας.

-Πώληση με συμφωνία/υποβοηθούμενη πώληση: Τράπεζα και δανειολήπτης μπορούν να συμφωνήσουν σε εθελοντική εκποίηση του ενυπόθηκου περιουσιακού στοιχείου ή στοιχείων για μερική ή ολική αποπληρωμή του δανείου. Η τράπεζα αναδιαρθρώνει οποιοδήποτε υπόλοιπο του δανείου με κατάλληλο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, σύμφωνα με την αναθεωρημένη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη.

- Διαχωρισμός ενυπόθηκου δανείου: Όταν μια τράπεζα συμφωνεί να διαχωρίσει ένα μη βιώσιμο ενυπόθηκο δάνειο σε:

(α) ένα βιώσιμο στεγαστικό δάνειο, το οποίο ο δανειολήπτης αποπληρώνει, με βάση την εκτιμημένη ικανότητα αποπληρωμής και

(β) το υπόλοιπο μεταφέρεται σε μια μεταγενέστερη ημερομηνία αποπληρωμής.

Συγκεκριμένα: Το δάνειο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος προσαρμόζεται στο σωστό μέγεθος για την εκτιμημένη τρέχουσα ικανότητα εξυπηρέτησής του από τον δανειολήπτη και το δεύτερο μέρος «αποθηκεύεται» («warehoused») από την τράπεζα, συνήθως στο βασικό επιτόκιο. Το δεύτερο μέρος είναι πληρωτέο στο μέλλον, όταν η ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη βελτιωθεί ή από τα έσοδα πώλησης υποθηκευμένης ή άλλης περιουσίας.

- Μείωση του ενυπόθηκου δανεισμού με αντικατάσταση του ακινήτου με άλλο, χαμηλότερης αξίας: Η ύπαρξη μηχανισμού που επιτρέπει σε δανειολήπτη με οικονομικές δυσκολίες που έχει υποθηκευμένη την κύρια κατοικία του ή την επαγγελματική του στέγη να μετακομίσει σε χαμηλότερης αξίας ακίνητο. Τυχόν έλλειμμα στην αποπληρωμή του υφιστάμενου δανείου από τα έσοδα της εν λόγω πώλησης μεταφέρεται ως «αρνητικό ίδιο κεφάλαιο» σε ένα νέο, ενυπόθηκο δάνειο για την αγορά ενός νέου, λιγότερο ακριβού ακίνητου, δηλαδή ένα ακίνητο χαμηλότερης αγοραίας αξίας από τα συνολικά έσοδα της πώλησης. Η επιλογή αυτή θα πρέπει να αξιολογείται συγκρίνοντας την τρέχουσα αξία του ακινήτου έναντι του υπολοίπου του δανείου και με βάση την αναθεωρημένη ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται το ύψος του δανείου και κατ’ επέκτασιν το ύψος των δόσεων τις οποίες πρέπει να πληρώνει.

-Ανοχή για κυρώσεις: Προσωρινή ή μόνιμη παραίτηση κυρώσεων για παραβιάσεις των όρων ενός συμβολαίου.

-Τροποποίηση των όρων: Επειδή οι όροι ενός δανείου μπορεί να είναι άσκοπα περιοριστικοί και να επιφέρουν σημαντική επιβάρυνση στον δανειολήπτη, η τράπεζα μπορεί να εξετάσει την απαλλαγή του δανειολήπτη από αυτούς τους όρους ενώ, ταυτόχρονα, θα παρακολουθεί επαρκώς τις δραστηριότητες και την οικονομική ευρωστία του.

-Επαναπρογραμματισμός πληρωμών: Το υφιστάμενο πρόγραμμα αποπληρωμής ενός δανείου προσαρμόζεται σε ένα νέο βιώσιμο πρόγραμμα αποπληρωμής, σύμφωνα με τη ρεαλιστική εκτίμηση των τρεχουσών και προβλεπόμενων ταμειακών ροών του δανειολήπτη.

-Μερική αποπληρωμή: Όταν γίνεται αποπληρωμή χορηγήσεων π.χ. από πώληση περιουσιακών στοιχείων, που είναι χαμηλότερη από το οφειλόμενο ποσό. Αυτή η λύση εφαρμόζεται για να μειωθεί σημαντικά το άνοιγμα σε κίνδυνο και για να επιτρέψει την εφαρμογή βιώσιμου προγράμματος αποπληρωμής του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού.

Διαγραφή και ηθικός κίνδυνος

Τέλος, η Οδηγία περιλαμβάνει και πρόνοια για μερική ή ολική διαγραφή χρεών. Όπως αναφέρεται, αυτή η επιλογή προβλέπει την ακύρωση μέρους ή του συνόλου του δανείου. Η επιλογή αυτή, όμως, μπορεί να εφαρμοσθεί αν η τράπεζα συμφωνήσει να δεχθεί ότι ο οφειλέτης θα καταβάλει μέρος του ποσού του δανείου και να διαγράψει το υπόλοιπο.

Η επιλογή αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως η τελευταία λύση και σε απομακρυσμένες περιπτώσεις, δεδομένου ότι η πιθανότητα διαγραφής μπορεί να οδηγήσει σε ηθικό κίνδυνο (moral hazard). Στην Οδηγία αναφέρεται, επίσης, ότι οι δανειολήπτες, γνωρίζοντας την πιθανότητα διαγραφής, μπορεί να οδηγηθούν σε ανάληψη πιο ριψοκίνδυνων έργων και σε ανεύθυνη συμπεριφορά.