Fitch
Θετική χαρακτηρίζει την έξοδο της Κύπρου στις αγορές ο οίκος αξιολόγησης Fitch, τονίζοντας ωστόσο ότι δεν είναι βέβαιο ότι η πρόσβαση στις αγορές θα είναι μόνιμη, λόγω των κινδύνων που παραμένουν στην πιστοληπτική ικανότητα της Κύπρου, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης βαθιάς οικονομικής και χρηματοπιστωτικής προσαρμογής.

«Η επιστροφή της Κύπρου στις διεθνείς αγορές ομολόγων είναι θετική για το κράτος, βοηθώντας το να τηρήσει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες και βελτιώνοντας τη χρηματοδοτική ευελιξία. Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι η πρόσβαση στην αγορά θα είναι μόνιμη και το υψηλό επίπεδο του ρίσκου στην Κύπρο αντανακλάται στην αξιολόγηση Β-», αναφέρει ο οίκος σε ανακοίνωσή του.

Εκτιμά, πάντως, ότι η συρρίκνωση της οικονομίας θα περιοριστεί στο 3,9% φέτος σε σύγκριση με το 4,2% του ΑΕΠ που προβλέπουν οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις της Τρόικας.
Σύμφωνα με τον Fitch, η έξοδος της Κύπρου στις αγορές έγινε 15 μήνες μετά την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα προσαρμογής, ενώ Ιρλανδία και Πορτογαλία χρειάστηκαν περίπου 20 μήνες και η Ελλάδα τέσσερα χρόνια. Σημειώνει δε, ότι στις περιπτώσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας η έξοδος στις αγορές βοήθησε τις χώρες αυτές να καταρτίσουν ένα ομαλό πρόγραμμα εξόφλησης ομολόγων κατά την περίοδο μετά το πρόγραμμα προσαρμογής.

Ο οίκος αναφέρει ότι οι αποπληρωμές χρέους της Κύπρου αναμένεται να αυξηθούν στο περίπου €1 δις το 2016 και στο €1,5 δις το 2017.
Υπενθυμίζει, εξάλλου, πως η καλή υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής και οι καλύτερες από τις αναμενόμενες δημοσιονομικές και οικονομικές επιδόσεις είχαν ως αποτέλεσμα την αναθεώρηση της μακροπρόθεσμης προοπτικής της Κύπρου.

Αναγνωρίζει πως η Κύπρος έχει ξεπεράσει τους στόχους του προγράμματος -πρωτογενές έλλειμμα 2% του ΑΕΠ το 2013 έναντι της πρόβλεψης του 3,1%- εν μέρει διότι η συρρίκνωση του ΑΕΠ μετά την κατάρρευση του τραπεζικού τομέα δεν ήταν τόσο έντονη όσο προβλεπόταν και λόγω του σφικτού, όπως σημειώνει, ελέγχου της Κυβέρνησης επί των δημοσίων δαπανών.

Επισημαίνει, ακόμη, πως παρ' όλη την ηπιότερη ύφεση πέρυσι, αυτή θα παραμείνει βαθιά (3,9% συρρίκνωση το 2014) και σημειώνει ότι ο βασικός εγχώριος τραπεζικός τομέας έχει ανακεφαλαιοποιηθεί, αλλά η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων έχει επιδεινωθεί.