ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ χθες, από το Ανώτατο Δικαστήριο, η προσφυγή οκτώ δημοσίων υπαλλήλων εναντίον της νομοθεσίας του 2011, σε σχέση με την επιβολή έκτακτης εισφοράς στους μισθούς και τις συντάξεις. Στην περίπτωση που το δικαστήριο αποφάσιζε διαφορετικά, δεν αποκλείεται να ακολουθούσαν το παράδειγμα της προσφυγής και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγεται αυτό για τα οικονομικά του κράτους.
Η πλειοψηφία της ολομέλειας του Ανωτάτου έκρινε ότι οι αιτητές, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος απόδειξης, «απέτυχαν να μας πείσουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι πρόνοιες του Νόμου 112(Ι)/2011 είναι αντισυνταγματικές». Αναφέρει η απόφαση, μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η επιβολή έκτακτης εισφοράς παραβιάζει οποιεσδήποτε αρχές, ενώ υπενθυμίζεται στην ίδια απόφαση ότι οι δαπάνες προσωπικού, οι οποίες υπερέβαιναν τα €2 δισεκατομμύρια ετησίως, ήταν οι μεγαλύτερες του δημοσίου τομέα.
Απόφαση της πλειοψηφίας
Την απόφαση της πλειοψηφίας, με την οποία συμφωνούν οι Δικαστές Δημήτρης Χατζηχαμπής, Κώστας Παμπαλής, Ανδρέας Πασχαλίδης, Περσεφόνη Παναγή, Δέσπω Μιχαηλίδου, Μιχάλης Χριστοδούλου και Κατερίνα Σταματίου, έδωσε ο Δικαστής Γεώργιος Ερωτοκρίτου. Ξεχωριστή απόφαση με την οποία καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, αλλά με διαφορετικό σκεπτικό, ετοίμασε ο Δικαστής Μύρων Νικολάτος. Την απόφαση της μειοψηφίας, με την οποία συμφωνούν οι Δικαστές Λεωνίδας Παρπαρίνος και Αντώνης Λιάτσος, έδωσε ο Δικαστής Στέλιος Ναθαναήλ.
Τα επιχειρήματα των αιτητών
Οι αιτητές προσέφυγαν εναντίον της νομοθεσίας επικαλούμενοι και αναπτύσσοντας επιχειρήματα ότι αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας και του άρθρου 28 του Συντάγματος, παραβίαση του δικαιώματος περιουσίας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη. Ανέπτυξαν, επίσης, επιχειρήματα για έλλειψη συνδρομής και τεκμηρίωσης του δημόσιου συμφέροντος, παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως που προστατεύεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος και έλλειψη δέουσας έρευνας.




