Πέφτουν στο κενό οι αιτήσεις για απαγορευτικά διατάγματα
Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε άλλη μια αίτηση εταιρείας για έκδοση προστατευτικών διαταγμάτων για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της


Οι προσπάθειες πολιτών - φυσικών, αλλά και νομικών προσώπων, μέσω της δικαστικής οδού, να εξασφαλίσουν κατά την εξέταση αγωγών απαγορευτικά και προστατευτικά διατάγματα, αλλά και αποζημιώσεις για την απομειώση που υπέστησαν οι λογαριασμοί τους στις κυπριακές τράπεζες λόγω της εφαρμογής του περί εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(1)/2013, δεν φαίνεται να τελεσφορούν, με τις σχετικές αιτήσεις να απορρίπτονται, η μία μετά την άλλη.

Με ενδιάμεση απόφαση, ημερομηνίας 4 Απριλίου 2014, που κατατέθηκε στο πλαίσιο εξέτασης αγωγής, την οποία κατέχει η εφημερίδα μας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε αίτηση συγκεκριμένης εταιρείας για έκδοση απαγορευτικών και προστατευτικών διαταγμάτων, ώστε να απαγορεύεται στους εναγόμενους, Τράπεζα Κύπρου, Κεντρική Τράπεζα, Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, «να προβαίνουν σε μείωση των λογαριασμών ή σε συνέχιση οποιουδήποτε περαιτέρω μέτρου σε αυτά τα πλαίσια».

Η ενάγουσα εταιρεία ζήτησε, επίσης, διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι να επαναφέρουν τα πιστωτικά υπόλοιπα των λογαριασμών της. Όπως αναφέρεται στην ενδιάμεση απόφαση, που υπογράφει ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Τ.Θ. Οικονόμου, η ενάγουσα είχε καταθετικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου που υπερέβαιναν τις 100.000 ευρώ. Οι λογαριασμοί της υπέστησαν απομείωση, από την εφαρμογή του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(1)/2013 και από τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει του Νόμου αυτού.

«Μέχρι να κηρυχθεί αντισυνταγματικός»
Στην ενδιάμεση απόφαση, βάσει της οποίας όπως προαναφέραμε απορρίφθηκε η αίτηση έκδοσης απαγορευτικών και προστατευτικών διαταγμάτων, γίνεται αναφορά σε προηγούμενες υποθέσεις. «Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τα ίδια ζητήματα στην υπόθεση Franza Enterprises Ltd v. Τράπεζας Κύπρου κ.ά., Αγωγή 2306/2013, ημερομηνίας 19/12/2013. Στη Franza υποδείχθηκε ότι, ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων στο προδικαστικό στάδιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη, στο στάδιο αυτό, παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον θα επρόκειτο για παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου, χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός. Έγινε παραπομπή στα όσα επιγραμματικώς ελέχθησαν στην υπόθεση Α. Εfthymiou Enterprises Ltd v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1998): "Η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας Νόμου, δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός"», αναφέρεται.

Η σχέση καταθέτη-τράπεζας
Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά και στην υπόθεση «Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου», ημερομηνίας 7/6/2013, στην οποία επεξηγήθηκε η νομική σχέση καταθέτη-τράπεζας, η οποία στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν η Λαϊκή. «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσόν της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης…».

Πώς κρίνεται αντισυνταγματικός
Ερωτηθείς για το πώς μπορεί ένας νόμος να κριθεί αντισυνταγματικός, ο νομικός Ανδρέας Αγγελίδης ανέφερε, σε δήλωσή του στη «Σημερινή», δυο τρόπους. «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί προληπτικά να αμφισβητήσει τη συνταγματικότητα μιας νομοθεσίας και να την παραπέμψει προς εξέταση στο Ανώτατο Δικαστήριο», ανέφερε, προσθέτοντας: «Επιπρόσθετα, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί, επίσης, να αμφισβητήσει τη συνταγματικότητα ενός νόμου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και στη συνέχεια εάν απορριφθεί το αίτημα, μπορεί να εφεσιβάλει στο Ανώτατο».

Το δημόσιο συμφέρον
Ο κ. Αγγελίδης ανέφερε ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε πρόσφατη απόφαση έκρινε ότι τα μνημονιακά νομοθετήματα στην Ελλάδα εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. «Η νομολογία όπως εξελίσσεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αποδεικνύει ότι η μνημονιακή νομοθεσία εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Τίθεται, δηλαδή, θέμα ισορροπίας μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος, οπόταν θεωρεί ότι υπερτερεί το δημόσιο συμφέρον, καθιστώντας τη μνημονιακή νομοθεσία ως μη αντισυνταγματική», ανέφερε χαρακτηριστικά.