Αν και η Κύπρος αποτέλεσε από το 2004 Μέλος της Ε.Ε., καμία πρόοδος δεν σημειώθηκε για απαλλαγή της από την κατοχή, ενώ οι συνέπειες της εισβολής γίνονται όλο και λιγότερο αναστρέψιμες…

Αγναντεύοντας τον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο εκείνες τις αποφράδες μέρες του 1974 ένιωσα τη χειρότερη απελπισία στη ζωή μου. Ένα τεράστιο αρπακτικό όρνιο έμπηξε τα νύχια του σε ένα μικρό πουλάκι κι άντε τώρα να απαλλαγείς από τον ασφυκτικό ‘εναγκαλισμό’. Ποιος μπορεί ή θέλει να επέμβει για να το απαλλάξει; Παρά τις έντονες προσπάθειες που ξεκινήσαμε την επαύριο της εισβολής για αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων που δημιούργησε στην κοινωνία και την οικονομία, η αρχική απαισιοδοξία για το μέλλον του Τόπου με διακατείχε μέχρι το τέλος της δεκαετίας εκείνης. Ήταν τότε που μας ζητήθηκε να αναλάβουμε ως Γραφείο Προγραμματισμού τον χειρισμό των θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΟΚ).

Στην πρώτη μου επίσκεψη στις Βρυξέλλες σαν μέλος του Συμβουλίου Σύνδεσης ζήτησα και συναντήθηκα με τους Προϊσταμένους των διαφόρων Διευθύνσεων. Από τη μελέτη των επιδιώξεων και των οραματισμών τους άρχισε να διαμορφώνεται το δικό μου όραμα για την Κύπρο. Η έξοδος από την παγίδα της Τουρκίας ήταν συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Είναι τότε που άρχισαν να διαλύονται τα βαριά σύννεφα απαισιοδοξίας, που με διακατείχαν.

Πίστεψα σε μια Ενωμένη Ευρώπη όπου όλοι θα ήταν ίσοι, με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς οδοφράγματα και τεχνητούς διαχωρισμούς. Με την πάροδο του χρόνου η πίστη μου αυτή ενισχύθηκε από τις εξελίξεις (Μάαστριχτ, Κοπεγχάγη, Λισαβόνα) όπου, παρά τις αρχικές έντονες διαφωνίες, η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης βγήκε νικητής. Δυστυχώς τα πράγματα δεν με δικαίωσαν. Αν και η Κύπρος αποτέλεσε από το 2004 Μέλος της Ε.Ε., καμία πρόοδος δεν σημειώθηκε για απαλλαγή της από την κατοχή, ενώ οι συνέπειες της εισβολής γίνονται όλο και λιγότερο αναστρέψιμες. Η παγίωση της διαίρεσης εδραιώνεται. Το μόνο ενθαρρυντικό είναι η μια/κάποια αίσθηση ασφάλειας που δημιουργήθηκε ότι αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Δεν είναι πρόθεσή μου να ξαναεπαναλάβω τις αδυναμίες της δικής μας πλευράς να ‘εκμεταλλευτούμε’ την ιδιότητά μας σαν Μέλος της Ε.Ε. για προώθηση μιας σωστής, δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού. Τόσο η Τ.Ε. όσο κι η Συμφωνία Ένταξης καλύπτουν ολόκληρη την Κύπρο, όπως υπενθύμισε πρόσφατα κι ο κ. Σούλτς, κι η Ε.Ε. έπρεπε να τεθεί προ των ευθυνών της και για την τύχη των κατεχόμενων εδαφών της. Η στάση της Ε.Ε. στο Σχέδιο Ανάν, όπου ο ανεκδιήγητος Φερχόιγκεν παρέπεμψε στο ‘ό,τι συμφωνήσετε εμείς θα το υιοθετήσουμε ως πρωτογενές δίκαιο της Ε.Ε.’, μόνο ποντιοπιλατική μπορεί να χαρακτηριστεί!

Θα ασχοληθώ με τις συνέπειες της ένταξής μας στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ στην οικονομία. Ξεκινώντας από μιαν αυτοκριτική, ήθελα να τονίσω τις αδυναμίες της δικής μας πλευράς να αξιοποιήσει σωστά κι έγκαιρα τα πλεονεκτήματα που της προσέφερε η Τ.Ε. κι η ένταξη στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ. Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης της θετικής διαχείρισης των πολιτικών πτυχών από τις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, ιδιαίτερα της αποσύνδεσης του Κυπριακού από την ενταξιακή πορεία στη σύνοδο του Ελσίνκι, πιστεύω ότι η κατάσταση θα ήταν πολύ καλύτερη αν στην Κύπρο από το 1988 είχαμε κάμει τις σωστές ενέργειες. Με τους κατά καιρούς πειραματισμούς και την έλλειψη διορατικότητας απωλέσθη πολύτιμος χρόνος έτσι, ώστε κι η εναρμόνιση να γίνει στο τέλος βιαστικά κι η οικονομία να μην ωφεληθεί όσο έπρεπε πριν, αλλά και μετά την ένταξη.

Αναφορικά με την παρούσα οικονομική κρίση η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η ένταξη στην Ε.Ε. και την ΟΝΕ, όχι μόνο δεν μας προστάτευσε από τις καταστροφικές συνέπειες της διεθνούς κρίσης, αλλά απεναντίας λειτούργησε ως κακός καταλύτης για την επιδείνωση της κατάστασης. Μας αφαίρεσε πολλούς βαθμούς ελευθερίας να τη χειριστούμε. Ένα μεγάλο κι αποτελεσματικό μέτρο γι’ αυτές τις περιπτώσεις, η υποτίμηση του νομίσματος, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, εκτός κι αν φεύγαμε από το ευρώ, όπως υποστήριξαν μερικοί, κάτι που θα είχε άλλες δυσμενείς συνέπειες.

Η χειροτέρευση των οικονομικών δεικτών της Κύπρου έναντι των απαιτήσεων/επιπέδων της Ε.Ε. δεν είναι άσχετη με τις υποβαθμίσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης, που οδήγησαν στον αποκλεισμό της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές. Το γεγονός ότι η Κύπρος είναι Μέλος της Ε.Ε. και της ΟΝΕ και μπορεί ανά πάσα στιγμή να προσφύγει στους μηχανισμούς τους για στήριξη, καθόλου δεν ήταν αρκετό για αποτροπή του. Πώς προστάτεψε η ΕΚΤ τον τραπεζικό τομέα της Κύπρου πριν και μετά τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους λόγω της κρίσης;

Ή πώς απέτρεψε το όργιο επέκτασής τους πριν και ακόμη κατά τη διάρκεια της κρίσης; Απεναντίας, έριξε λάδι στη φωτιά με ενέργειες όπως η επιβάρυνση με μεγάλα ποσά ELA, η απαίτηση για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μεσούσης της κρίσης και μάλιστα με σοβαρό κούρεμα καταθέσεων, ενέργεια που, αντί να εξορθολογίσει, κατέστρεψε έναν σημαντικό τομέα της οικονομίας και μαζί την ίδια την οικονομία.Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι θα πρέπει ως Κράτος και κοινωνία να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τυχόν αντιξοότητες, να εκμεταλλευτούμε σωστά τις διανοιγόμενες προοπτικές κι έγκαιρα και με σύνεση να προγραμματίζουμε το αύριο. Χρειάζεται πάντοτε σύνεση και σκληρή δουλειά. Τίποτε δεν μας δίδεται χαριστικά και τίποτε δεν είναι δεδομένο!

ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός και
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού