Να μας κάνει τη χάρη, ο εξοχότατος απόγονος άξιου ηγέτη που αιματοκύλισε την ανθρωπότητα, να τα κρατήσει τα μπράβο του
Τι καλά παιδιά. Μα τι καλά παιδιά. Αστεράκια στο τετράδιο της έκθεσης. Μπράβο από τον δάσκαλο-μετρ και εμπνευστή του κουρέματος, τον πολύ κύριο Σόιμπλε. Και χαρά εμείς!!! Τη σκαπουλάραμε κι αυτήν τη φορά, κόψε κάτι εδώ, κόψε κάτι εκεί, θα την πάρουμε τη δόση. Τα… πηδήξαμε… αυτά που δεν είναι κόσμιο να γραφούν για κοινή ανάγνωση. Το αν έτσουξε ώς τώρα, ή όχι, η μητρική φροντίδα της κυρίας Μέρκελ και η πατρική του προαναφερθέντος ήδη κυρίου -θου Κύριε φυλακήν- η ψυχούλα μας το ξέρει.
Που περίλυπη μέχρι θανάτου -ναι, πέστε μας πως είναι κι υπερβολή- μετράει και ξαναμετράει τα απομεινάρια της κρίσης στις τσέπες μας. Από πέρσι ώς φέτος, ου…το υπόλοιπο, του υπολοίπου, ωχ αμάν ένα υπόλοιπο! Η άδεια κυκλοφορίας του τετράτροχου στα ύψη - λίγο το ’χεις να χρησιμοποιείς οδικό δίκτυο ως ιδιώτης κι όχι να συναγελάζεσαι με λεωφορεία κι άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς λαουτζίκου - (αθάνατη Μαντάμ Σουσού). Η ασφάλεια, ωσαύτως, δυσθεώρητου ύψους. Α, για καύσιμα, ας μη μιλάμε, καίει η σταγόνα, καίει, καίει μανάραμ, καίει, όπως έλεγε και παλιό δημοτικό άσμα.
Μας την είπε, λοιπόν, ο εμπνευστής της καρατόμησής μας, ανάμεσα στους επαίνους: «Λίγο ζόρισμα ακόμα χρειάζεται». Πρότυπο κουρέματος η μαθήτρια Κυπρούλα Αναστασιάδου. Από ’δω κι εμπρός, σε πρόχειρη μετάφραση, μας είπε περίπου, έτσι για να ξέρουν τίποτα επαίτες σαν και του λόγου μας: «Από το λαρδί σας, όσο σας μένει, θα τηγανίζετε τα κοψίδια σας. Εσείς θα κλείνετε τις τρύπες, μετά συγχωρήσεως, που μόνοι σας ανοίξατε. Έτσι, για να μάθετε να θέλετε καλύτερη ζωή».
Χωρίς τσίπα -έτσι λέμε, ας του το πει κάποιος παρακαλώ, εμείς εδώ, την αρχαία αιδώ και τη σύγχρονη ντροπή- μάς αποδίδει τα εύσημα: Που σκύψαμε το σβέρκο, λες κι είχαμε άλλη επιλογή. Που θα χρωστάμε τρεις γενιές. Που βλέπουμε την τσέπη μας να αδειάζει απ’ τις πρώτες μέρες του μήνα, τα μαγαζιά να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, τις επιχειρήσεις να βουλιάζουν, την ανεργία να εκτοξεύεται στα ύψη, την κοινωνία να φτωχαίνει, τα κοινωνικά παντοπωλεία να πληθαίνουν. Και μην τολμήσει κανείς να πει εκείνο το «μαζί τα φάγαμε». Όχι, κάποιοι τα φάγανε κι είναι καλά φαγωμένοι, κάποιοι γλείψανε κοκκαλάκι κι είναι πια θεονήστικοι, μα οι πιο πολλοί δεν είχανε καταθέσεις, δεν ήξεραν από επενδύσεις, δεν έζησαν πάνω απ’ τις δυνάμεις τους. Αυτοί είναι που βλέπουν τις πενιχρές συντάξεις τους, περικοπή την περικοπή, σκιά του εαυτού τους, σαν κορασίδα μετά από εντατικό πρόγραμμα απίσχνανσης.
Να μας κάνει τη χάρη ο εξοχότατος απόγονος άξιου ηγέτη που αιματοκύλισε την ανθρωπότητα, να τα κρατήσει τα μπράβο του. Τη σκοπιμότητα δηλώσεων τού τύπου «δεν υπάρχει πια μαύρο χρήμα» και «μπήκε μια τάξη», τη μυριστήκαμε. Φυσικό αέριο, πετρέλαια, λύση του πολιτικού προβλήματος στα μέτρα αυτών που μας πάτησαν κάτω. Και που… υπόσχονται «δίκαιο διαμοιρασμό του θαλάσσιου πλούτου ανάμεσα στις δύο κοινότητες». Που, σημειωτέον, τον υποβιβασμό κράτους-μέλους των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπου «μαχαλά», όμοιο με το έκτρωμα που γέννησε η βία των όπλων, τον κατάπιαμε ρουφηχτό. Αφού μας είπαν «κοινότητα» οι προστάτες μας, δεν ξέρουν εκείνοι και ξέρουμε εμείς; Μην παίρνουμε τέτοια θάρρητα, δεν κάνει, θα μας παρεξηγήσουν. Κι ύστερα; Τι βαθμό θα πάρουμε;




