Ένας ύμνος, ένας αίνος στη σπονδή των χιλιάδων ανώνυμων, απλών αγωνιστών που αναβιώνουν ευτυχώς, 200 χρόνια μετά έστω, μπροστά μας

Συγκίνηση ειλικρινή δοκίμασε ο γράφων, όταν ο ευγενικός φίλος, συνεκδότης του Αθηναϊκού Εκδοτικού Οίκου «Βεργίνα» Νίκος Ασημακόπουλος, με κατέστησε κοινωνό του τρίτομου μνημειώδους έργου του αείμνηστου νομικού Γεωργίου Μ. Τσατσάνη «Δυτικορουμελιώτες αγωνιστές του 1821». Πρόκειται, συγκεκριμένα, για ένα συγκλονιστικό έργο των 1200 περίπου συνολικά σελίδων, που καταγράφει με πλήρη ιστορική υπευθυνότητα τη συγκλονιστική συνεισφορά των 3000 σχεδόν (δυτικο)ρουμελιωτών αγωνιστών, που έδωσαν τα πάντα στον επικό αγώνα του ΄21, για να ξαναροδαμίσει η λευτεριά στη γη του Μαραθώνα μετά από 400 χρόνια πικρής σκλαβιάς κι ανείπωτης τραγωδίας.

Για το έργο αυτό ο μ. Τσατσάνης αφιέρωσε δεκάδες χρόνια ζωής συγκεντρώνοντας/κωδικοποιώντας, από αποξεχασμένα ιστορικά αρχεία, στοιχεία για τους λησμονημένους και άγνωστους ήρωες της μεγάλης εκείνης εποποιίας του έθνους. Οι αγωνιστές αυτοί, όπως ευστοχότατα ο Τσατσάνης σημειώνει, «μόνη τους επιθυμία ήταν να δούνε τον ήλιο ν’ ανατέλλει ελεύθερος και λαμπερός απ’ την απέναντι ραχούλα. Κι όπως ήταν φυσικό, άπειροι ήταν οι αγωνιστές που έπεσαν στο πεδίο της τιμής, αφήνοντας το σπιτικό τους έρημο και σκοτεινό. Κοντά τους δεν υπήρχαν άνθρωποι δικοί τους να πέσει ένα δάκρυ τους απάνω στο άψυχο κορμί τους. Οι συμπολεμιστές τους δεν είχαν πάντα τον καιρό να φροντίσουν για την ταφή τους κι ούτε οι καμπάνες μπορούσαν να καλέσουν τα πλήθη σε λαϊκό προσκύνημα.

Θα ήταν πολυτέλεια ν’ ακουστεί μια μπαταριά από λίγα καριοφίλια κι ύστερα να πέσει απάνω τους λίγο χώμα ελληνικό και κάπως έτσι να υπογραφεί το φύλλο πορείας για το διάβα τους στην απέναντι ακτή της Αχερουσίας Λίμνης. Και, βέβαια, δεν έλειψαν οι περιπτώσεις που οι νεκροί έμειναν ''ανάθαφτοι'', τα κορμιά τους τα 'ψηνε το αυγουστιάτικο λιοπύρι ή τα κάλυπτε η χειμωνιάτικη παγωνιά, εξόν και πρόφταιναν τα όρνεα ν’ αρπάξουν στα στιβαρά τους νύχια τα άψυχα κορμιά τους και να τους μεταφέρουν σύσσωμους στις απάτητες κορυφές των ρουμελιώτικων βουνών».

Το έργο αυτό του Γ. Μ. Τσατσάνη φωτίζει κατ’ εξοχήν την ηρωική, την ανεπανάληπτη προσφορά/σπονδή του Μεσολογγιού -μερικές οικογένειες έχουν 5 ή και 6 παιδιά πεσόντα, μια οικογένεια είχε πάνω από 15 θύματα- ενώ εκατοντάδες γυναίκες του Μεσολογγιού που αιχμαλωτίστηκαν στην αιματηρή έξοδο, μείνανε για πάντα αδήλωτες/άγνωστες στην πικρή μέσα σκλαβιά. Ένας ύμνος, ένας αίνος στη σπονδή των χιλιάδων ανώνυμων, απλών αγωνιστών που αναβιώνουν ευτυχώς, 200 χρόνια μετά έστω, μπροστά μας.

ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ