Buna dimineata, καλύτερα, στη γλώσσα της μανούλας σου, που, καλή, κακή, άρρωστη, φοβισμένη, ανεύθυνη, ήταν η μανούλα σου, ο ομφάλιος λώρος που σ’ έδενε με τη ζωή. Με την όποια ζωή. Μέσα σ’ εκείνο το σκουπιδαριό, μ’ εκείνη τη βρόμα να ζέχνει, είχε δεν είχε να σε χορτάσει, για σένα ήταν εκεί. Ο μόνος άνθρωπος. Που σ’ έστελνε να ζητιανεύεις μια μπουκιά, αφού εκείνη δεν είχε τίποτα να σου δώσει για να ξεγελάσεις την πείνα σου. Που κρυβόταν γιατί την κυνηγούσαν και δεν ήθελε να φύγει. Που μόνη, σε ξένο τόπο, όπου την έστειλε για καλύτερα η φτώχια του δικού της τόπου, με παιδί παραστρατημένο στη φυλακή, με ανθρώπους που την έβλεπαν σαν εύκολο θύμα. Παραστρατημένη κι η ίδια (ας ρίξει όποιος θέλει και μπορεί την πρώτη πέτρα). Ο μόνος άνθρωπος. Στα μάτια της, τρομαγμένα, φουρκισμένα, πικραμένα, κρυβόταν για σένα ο κόσμος ολάκερος.
Περνάνε οι μέρες στη Στέγη όπου βρήκες καταφύγιο κι η μανούλα σου στον παγωμένο πάγκο περιμένει το τελευταίο σου χάδι, το αντίο σου. Τότε, Ρομέο, τότε, θα πονέσεις αληθινά. Την ώρα που θα μπει η τελευταία σφραγίδα στην ιστορία σας. Τώρα, σου μοιάζει λίγο σαν παιχνίδι. Κάπου θα κρύφτηκε, λες, η μανούλα. Θα ξανάρθει να σε πάρει. Κι αν γράφονται αυτές οι λέξεις, που μακάρι να γινόταν να ’φταναν κάποτε στα χέρια σου, είναι σαν μια δημόσια συγγνώμη. Συγγνώμη, Ρομέο, που πια θα βρίσκεσαι απ’ τη μιαν αγκαλιά στην άλλη, αν βρεθεί καμιά δηλαδή. Που τη ζωή, όπως σου ’μελλε να τη γνωρίσεις, θα την κουβαλάς στο ψυχικό το σπίτι των πέντε σου χρόνων.
Τη ζωή, που αφήνει λειτουργούς κοινωνικής ευημερίας ν’ αδιαφορούν, από ένα σημείο και μετά, για ανθρώπους απελπισμένους, φορτωμένοι ευθύνες δυσβάσταχτες και οι ίδιοι, και που τηρούν απλώς το γράμμα του νόμου. Δεν είναι και θεοί! Τη ζωή, που κάνει ανθρώπους, μάρτυρες της υπέρτατης δυστυχίας, να μην τολμούν να κάνουν ένα βήμα μπροστά στην κλειστή πόρτα και να δράσουν. Τη ζωή, που αφήνει γιατρούς να στέλνουν μελλοθάνατους στο σπίτι τους, αφού εκείνοι υπέγραψαν, η ευθύνη είναι δική τους. Τη ζωή, που αφήνει το κράτος να ψάχνει σε κάθε τρύπα για πενταροδεκάρες, αφήνοντας τα εκατομμύρια στην ησυχία τους, ξέρει αυτό καλύτερα! Τη ζωή, που ανοίγει σύνορα απρογραμμάτιστα και χωρίς σωστή στήριξη σε ανθρώπους που καταλήγουν σε τρώγλες, στην εκμετάλλευση, που γίνονται εμπόρευμα
. Και τελικά, τι άλλη επιλογή έχουν από το ν’ αρπάζονται από κάθε παρανομία για να επιβιώσουν; Ώσπου, νικημένοι να οδηγηθούν στο τέλος. Ναι, σαν τη μανούλα σου Ρομέο. Που μόνο η σκέψη της ίσως γλυκαίνει τις πληγές σου όπου κι αν βρεθείς, από ’δω και μπρος, μα που η έλλειψή της θα σημαδεύει για πάντα τη ζωή σου. Μακάρι να βρεθούν στον δρόμο σου άνθρωποι να σ’ αναστήσουν μ’ αγάπη. Την όποια αγάπη κι ας μην είναι σαν της μανούλας σου. Μ’ ένα χάδι κι ας μην είναι σαν το δικό της. Συγχώρα μας Ρομέο, καλό συναπάντημα να ’χεις στο δρόμο σου. Bona dimineata!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ




