Όσο και να θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι, δυστυχώς τα γεγονότα, και περισσότερο αυτοί που διαμορφώνουν τα γεγονότα, δεν μας αφήνουν ούτε ένα μικρό παραθυράκι αισιοδοξίας. Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση, βρισκόμαστε στο «περίμενε» εδώ και τρία τουλάχιστον χρόνια. Παρά την υπομονή μας και την καρτερικότητά μας, όμως, δεδομένων των υποσχέσεων των εκάστοτε κυβερνώντων μας, πήραμε την κατηφόρα και συνεχίζουμε με χαλασμένα φρένα.

Όσον αφορά το εθνικό μας θέμα, το Κυπριακό, που συνιστά θέμα επιβίωσης για όλους μας, ίσως τα πράγματα να είναι χειρότερα από την οικονομία. Ο Τούρκος Πρωθυπουργός, ευρισκόμενος στις Βρυξέλλες την περασμένη Τρίτη, δήλωσε πως η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδεικνύει θετική προσέγγιση στο ζήτημα του Κυπριακού, την οποία στηρίζει η κυβέρνηση της Άγκυρας. Εξέφρασε μάλιστα την ελπίδα να επιδείξει και η ελληνοκυπριακή πλευρά την ίδια στάση, επιμένοντας ότι η λύση θα πρέπει να βασίζεται σε «μια ομοσπονδιακή δομή με δύο ιδρυτικά κράτη, και δεν υπάρχει εναλλακτική λύση επ' αυτού».

Στις απαράδεχτες αυτές δηλώσεις βεβαίως και απάντησε ο Κυβερνητικός μας Εκπρόσωπος, χαρακτηρίζοντάς τες υπεροπτικές, τονίζοντας ότι έτσι «δεν διαμορφώνεται κατάλληλο κλίμα για επανέναρξη ουσιαστικού διαλόγου», προσθέτοντας ότι ο κ. Αναστασιάδης «δεν χρειάζεται μαθήματα ούτε σύνεσης, ούτε πολιτικής βούλησης για τη λύση του Κυπριακού». Μετά παρέλευση δυο ημερών ο κ. Στυλιανίδης επανήλθε, λέγοντας ότι «ο κ. Ερντογάν πρέπει, επιτέλους, να υποδείξει και να καθοδηγήσει σωστά τον κ. Έρογλου...».

Κάθε νοήμων πολίτης αντιλαμβάνεται ότι οι δηλώσεις τού Κ. Εκπροσώπου κ. Στυλιανίδη είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Αφού διαφώνησε με τα λεγόμενα τού Ερντογάν στις Βρυξέλλες και τον χαρακτήρισε υπερόπτη, αργότερα τον καλεί να καθοδηγήσει «σωστά» τον κ. Έρογλου. Δηλαδή να τον καθοδηγήσει να ακολουθήσει τον υπεροπτισμό του και τις απαράδεχτες θέσεις του; Μετά μάς φταίνε οι ξένοι που δεν υποστηρίζουν τις δίκαιες θέσεις μας. Πότε τους εξηγήσαμε ποιες είναι επ' ακριβώς αυτές οι θέσεις και ποιος πολίτης γνωρίζει επ' ακριβώς τι επιδιώκει η ηγεσία μας; Πότε και ποια ηγεσία διεκδίκησε, και από ποιους, αυτές τις δίκαιες θέσεις;