Για μήνες τώρα γίνεται λόγος για προσέλκυση ξένων επενδύσεων και επανεκκίνηση της οικονομίας. Όμως αυτά κινούνται σε γενικές και μάλλον αόριστες κατευθύνσεις. Το εκπληκτικό είναι ότι δεν γίνεται λόγος για την ανάγκη προώθησης νέων μοχλών οικονομικής μεγέθυνσης, ως αναπόσπαστο μέρος ενός νέου οικονομικού υποδείγματος.
Μετά τη συντριβή του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος αποτελούσε τη σπονδυλική στήλη της κυπριακής οικονομίας, η τριτοβάθμια εκπαίδευση χρήζει επαναξιολόγησης, καθώς η αναβάθμισή της θα δημιουργήσει ένα νέο μοχλό ανάπτυξης. Μέχρι τώρα οι προσπάθειες για μετατροπή της Κύπρου σε περιφερειακό ακαδημαϊκό κέντρο απέτυχαν. Η Κύπρος δεν προσείλκυσε αξιόλογο αριθμό ξένων φοιτητών με υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις για πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία των ξένων φοιτητών στην Κύπρο επιλέγουν μη πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Η οικονομική κρίση οδηγεί, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της δημογραφικής αιμορραγίας. Είναι επιτακτική η προσαρμογή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στα νέα δεδομένα, όπως η διασύνδεσή της με την αγορά εργασίας. Ενώ το κράτος έχει αρχίσει να αναγνωρίζει μέχρις ενός βαθμού την ουσιαστική συνεισφορά των ιδιωτικών πανεπιστημίων, ακόμα υφίσταται κάποια προκατάληψη. Θα πρέπει η πολιτεία να αντιμετωπίζει αυτά τα πανεπιστήμια ως ισότιμο στρατηγικό εταίρο, και να τα εντάσσει στην ευρύτερη πολιτική και σχεδιασμό της. Χρειάζεται να παρέχει κίνητρα για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας του τομέα ευρύτερα. Βασική φιλοσοφία της νέας προσέγγισης θα πρέπει να είναι η ισότιμη αντιμετώπιση φοιτητών, ακαδημαϊκών και ιδρυμάτων, η ορθολογιστική κατανομή και αξιοποίηση των πόρων, καθώς και η υψηλή ποιότητα.
Προβάλλει η ανάγκη για επανεξέταση του νομικού πλαισίου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και του ρόλου των κέντρων ερευνών και δεξαμενών σκέψης. Η Κύπρος υστερεί σημαντικά στα κονδύλια που επενδύονται στην έρευνα, τεχνολογία και καινοτομία ως ποσοστό του ΑΕΠ, και στον αριθμό των ερευνητών που απασχολούνται στην παραγωγή γνώσης.
Αποσπασματικά μέτρα δεν μπορούν να αποτελέσουν πολιτική. Απαιτείται αλλαγή φιλοσοφίας και νοοτροπίας. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η ισότιμη αντιμετώπιση ιδρυμάτων, ακαδημαϊκών, φοιτητών, η ουσιαστική αναβάθμιση της ποιότητας και η διαφοροποίηση της φιλοσοφίας του κρατικού προϋπολογισμού για θέματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Θα ήταν δυνατό να επιστρατευθούν διάφοροι τρόποι, όπως για παράδειγμα η επιβολή διδάκτρων στα δημόσια πανεπιστήμια ύψους 20% του λειτουργικού κόστους φοίτησης (περίπου €3.000). Αυτά αφ’ ενός θα μειώσουν το δημόσιο κόστος λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων και αφ’ ετέρου θα αποδεσμεύσουν το ισοδύναμο ποσό το οποίο μπορεί να δοθεί ανάλογα γι' αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και ως χορηγία σε φοιτητές βάσει κοινωνικο-οικονομικών κριτηρίων.
Υψίστης σημασίας είναι τα κίνητρα για ενθάρρυνση συγχωνεύσεων ιδρυμάτων ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης. Μεταξύ άλλων, είναι δυνατόν να δίδεται ετήσια χορηγία €5 εκατομμύριων για πανεπιστημιακά ιδρύματα που αριθμούν πάνω από 10.000 φοιτητές και €2 εκατομμυρίων σε κολέγια που αριθμούν πάνω από 4.000. Μια τέτοια εξέλιξη θα μειώσει το κόστος λειτουργίας τους, ενώ ταυτόχρονα θα αναβαθμισθεί η ποιότητά τους και θα καταστούν πόλος έλξης ξένων φοιτητών.
Δυναμικά η κρίσιμη μάζα φοιτητών και ακαδημαϊκών θα οδηγήσει σε πολύ ανταγωνιστικά πανεπιστήμια. Θα πρέπει, επίσης, να προωθηθούν γενναιόδωρα σχέδια υποτροφιών αριστείας, υποτροφιών με βάση τα κοινωνικο-οικονομικά κριτήρια, καθώς και σχέδια δανειοδοτήσεων. Είναι επίσης καθοριστικής σημασίας η ενθάρρυνση δημιουργίας ευρύτερων υποδομών με στοχευμένα οικονομικά κίνητρα, καθώς και η προσέλκυση ξένων φοιτητών και ακαδημαϊκών. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί και στην επαγγελματική κατάρτιση.
Παράλληλα, συνεχής θα πρέπει να είναι η αξιολόγηση και μελέτη των συναφών ζητημάτων, όπως κατά πόσον ενδείκνυται η πολιτεία να ενθαρρύνει με οικονομικά κίνητρα φοιτητές να επιλέγουν κυπριακά αντί ξένα πανεπιστήμια. Η πολιτική για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι καθοριστικής σημασίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ανάγκη για έξοδο από την οικονομική κρίση, τη δημιουργία ενός νέου οικονομικού υποδείγματος και την προώθηση ενός αποτελεσματικού κράτους.
Απαιτούνται επιστημονικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών ζητημάτων. Εννοείται ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η άσκηση πολιτικής με βάση ιδεολογικοπολιτικές και μικροπολιτικές προσεγγίσεις. Μια ορθολογιστική και κοινωνικά πιο δίκαιη πολιτική θα οδηγήσει στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση δημοσίων πόρων, στην καλύτερη λειτουργία των κρατικών και ιδιωτικών πανεπιστημίων και στη μετατροπή της Κύπρου σε ακαδημαϊκό κέντρο με πολλαπλά οφέλη.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, και Πρόεδρος του Κέντρου
Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
**Για μια εις βάθος μελέτη βλέπε Α. Θεοφάνους, Κ. Αντωνίου και Στ. Χρίστου «ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ - Η οικονομική κρίση και η πρόκληση της αναβάθμισης», Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, 2/2013




