Με την πρόταση της Κυβέρνησης δεν είναι σίγουρο ότι το πρόβλημα δεν θα επανέλθει

Όταν το 1964 έγινε η μεγάλη επέκταση του Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να καλύψει κάθε εργαζόμενο πρόσωπο στην Κύπρο (περιλαμβανομένων των εργοδοτών, γεωργών και γεωργικών εργατών), έμεινε ακάλυπτη μια μερίδα ατόμων, όπως οι οικοκυρές, οι γυναίκες των γεωργών, που βοηθούν τους συζύγους τους στα χωράφια και όσοι για κάποιο λόγο αμελούσαν να εγγραφούν στο Σχέδιο. Τα άτομα αυτά ήταν, κυρίως, εργαζόμενοι χωρίς συγκεκριμένο εισόδημα, μισθό ή μεροκάματο.

Το θέμα της συνταξιοδότησης των οικοκυρών ηγέρθη κατά τη θητεία μου στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων από δύο οργανώσεις των οικοκυρών. Άρχισα μια συζήτηση μαζί τους και καταλήξαμε, τουλάχιστον με τη μεγαλύτερη οργάνωση, να προωθήσουμε ένα σχέδιο συνταξιοδότησης στο 68ο έτος της ηλικίας τους με το μίνιμουμ ποσό σύνταξης του γενικού σχεδίου συντάξεων και ανάλογη συνεισφορά εκ μέρους τους ως αυτοεργοδοτούμενες για όσες ήταν σε θέση να συνεισφέρουν.

Ευρύτερος σκοπός του σχεδίου ήταν η συμβολή στη συνεχή βελτίωση της θέσης της οικοκυράς στην κοινωνία, μαζί με άλλα μέτρα και σχέδια που προωθήθηκαν τότε, όπως ο εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου, η παροχή προληπτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών σε οικογένειες, η δημιουργία βρεφοπαιδοκομικών σταθμών κι άλλων κέντρων φροντίδας ατόμων με ειδικές ανάγκες, η προστασία της μητρότητας, η εκπαίδευση κι επανεκπαίδευση της γυναίκας για διευκόλυνση της ένταξης κι επανένταξής της στην αγορά εργασίας. Παράλληλα εξετάσαμε τη δυνατότητα να καλύψουμε και τις αγρότισσες, που δεν καλύπτονταν από το υφιστάμενο Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Εδώ τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Οι αγρότισσες δεν ήταν σε θέση, όπως πλείστες οικοκυρές, να συνεισφέρουν από το «χαρτζιλίκι» τους για την ασφάλισή τους. Επιπλέον οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν έβλεπαν με καλό μάτι να επιβαρυνθεί το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων με έναν μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων με περισσότερα δικαιώματα από υποχρεώσεις. Έτσι καταλήξαμε στην Κοινωνική (Λαϊκή) Σύνταξη, δηλαδή το Κράτος να καταβάλλει το ίδιο από δικούς του πόρους σύνταξη μετά από κάποια ηλικία σε άτομα, όπως οι αγρότισσες, με συνεισφορά τους όπου ήταν δυνατό ανάλογα με τα εισοδήματά τους, όπως και στην περίπτωση των οικοκυρών.

Όταν παρουσίασα στο Υπουργικό Συμβούλιο το πιο πάνω περίγραμμα του Σχεδίου Κοινωνικής Σύνταξης προς το τέλος του 1992, το Συμβούλιο το αντίκρισε θετικά, ενώ ο Πρόεδρος Βασιλείου με το χαρακτηριστικό του χιούμορ παρέπεμψε την εισαγωγή του στη νέα θητεία του μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1993. «Άσε και κάτι για την επόμενη πενταετία», είπε αστειευόμενος.

Η Κυβέρνηση Κληρίδη, που προήλθε από τις εκλογές του 1993, έσπευσε να προωθήσει το Σχέδιο και μάλιστα στην πιο δαπανηρή του μορφή (χωρίς καμιά συνεισφορά κι από το 65ο έτος της ηλικίας για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις) ως ένα από τα μεγάλα έργα κοινωνικής πολιτικής της, όπως επανειλημμένα είχε προβάλει. Παρόλο που δεν έγινε καμία αναφορά στην πατρότητα του Σχεδίου, όπως παρατήρησα στον τότε Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, φίλο Αντρέα Μουσιούτα, με κάποια ευκαιρία και παρόλο ότι το Σχέδιο δεν προωθούσε τους άλλους στόχους κοινωνικής πολιτικής που είχαμε κατά νουν, δεν ένιωσα δυσαρεστημένος μιας κι υιοθετείτο ένα Σχέδιο που εξασφάλιζε επιτέλους στα γεράματά τους, κυρίως, όλες εκείνες τις αφανείς εργάτριες της οικογένειας και της γης.

Τώρα μπορούσαμε να ισχυριζόμαστε ότι στην Κύπρο διαθέτουμε ένα «σύστημα κράτους ευημερίας», όπου όλοι έχουν έναν πόρο ζωής, έλεγα. Μαζί με το σχέδιο δημοσίων βοηθημάτων, η προσπάθεια από τώρα και στο εξής θα ήταν από τη μια να μην πέσει κανένας κάτω από ένα μίνιμουμ επίπεδο ευημερίας κι από την άλλη να ανεβαίνει συνεχώς το επίπεδο αυτό. Είναι ένας πολύπλευρος και πολυεπίπεδος αγώνας, που έχει να κάνει με την ανάπτυξη της οικονομίας, την απασχόληση, την κοινωνική πολιτική σε όλες της τις μορφές.

Είναι ένας αγώνας που χρειάζεται συνεχείς ισορροπίες μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων στόχων κι απαιτήσεων. Δυστυχώς, όλα έχουν ένα τίμημα στη ζωή. Η παραγνώριση του αξιώματος αυτού στην περίπτωση που εξετάζουμε οδήγησε στην ανάγκη να γίνονται σκέψεις τώρα με την οικονομική κρίση για περικοπή της κοινωνικής σύνταξης στο 20% των συνταξιούχων αυτών υιοθετώντας εισοδηματικά κριτήρια. Η εισήγησή μου είναι να υιοθετήσουμε αντί τούτου, που θα διαχωρίσει και πάλι τον κόσμο αυτό, την πιο πάνω αρχική ιδέα του 1992: να εισαχθεί ένα τέτοιο σύστημα κοινωνικής σύνταξης στο 68ο έτος της ηλικίας με εισφορές από όσους ανασφάλιστους είναι σε θέση να συνεισφέρουν.

Δεν έχω πρόχειρα τα στοιχεία και δεν έχω κάμει τους υπολογισμούς, αλλά πιστεύω ότι τα 10 εκ. ευρώ, που ζητά το Μνημόνιο, μπορεί σε σύντομο χρονικό διάστημα να εξοικονομηθούν από τις συνεισφορές στο Ταμείο Κοινωνικής Σύνταξης. Δεν ξέρω πόσος χρόνος θα χρειαστεί να εισαχθεί και να λειτουργήσει το νέο σύστημα, αλλά κι η Τρόικα θα πρέπει να δείξει κατανόηση και να δεχτεί κάποια πίστωση χρόνου.

Ο χρόνος θα συντομευθεί, μάλιστα, αν οι 3000 «πλούσιες» που επωφελούνται τώρα της κοινωνικής σύνταξης κληθούν από μόνες τους να συνεισφέρουν για κάποιο χρονικό διάστημα ανάλογο ή κάποιο ποσό στο Ταμείο Κοινωνικής Σύνταξης. Επιπλέον η υιοθέτηση του συστήματος αυτού θα λύσει μια και καλή το πρόβλημα. Με την πρόταση της Κυβέρνησης δεν είναι σίγουρο ότι το πρόβλημα δεν θα επανέλθει.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού