Ο κάθε αντικειμενικός τρίτος ανέμενε από το Κράτος μας ότι θα είχε ζητήσει, καθαρά και τάχιστα, την πλήρη εφαρμογή όσων εκ των συμφωνιών του 1960 δεν εκπλήρωσε η Αγγλία
Πρόκειται για μια διακρατική συμφωνία, που η πλευρά του ενός συμβαλλόμενου Κράτους, η Κυπριακή Δημοκρατία, πέτυχε κάποιες παραχωρήσεις υπέρ των ιδιοκτητών μιας περιοχής όπου, όμως, η σχέση επί του εδάφους διατηρείται ως είχε υπό το ίδιο νομικό δικαίωμα της Βρετανίας. Τούτο, ενώ η Βρετανία όφειλε κατά τα συμφωνηθέντα από το 1960 να απαλλάξει την έκταση αυτή, τη μη αναγκαία για τους στρατιωτικούς σκοπούς της, από τον χαρακτηρισμό της ως «κυρίαρχη» περιοχή των Βάσεων.
Με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, η Βρετανία διατήρησε δύο περιοχές της Νήσου ως «Βρετανικές Στρατιωτικές Βάσεις», (Ακρωτήρι / Επισκοπή και Δεκέλεια) οι οποίες έχουν έκταση 254 τετραγωνικών χιλιομέτρων και επί των οποίων επιβλήθηκαν περιορισμοί με τις διατάξεις του Παραρτήματος «Ο» στην απόκτηση και ανάπτυξη περιουσιών. Η νέα συμφωνία τροποποίησε το Παράρτημα «Ο», περί το οποίο οι δύο χώρες διαφωνούν ακόμη και σήμερα, παρά τη νέα παρούσα συμφωνία. Τούτο, γιατί η πλευρά μας θεωρεί το περιεχόμενο του παραρτήματος αυτού ως «Διεθνή Σύμβαση», ενώ η Αγγλία τη θεωρεί ως δική της μονομερή διακήρυξη.
Όποτε τίθεται θέμα μη τήρησης του Συντάγματός μας, που προβλέπει ρητά στο Άρθρο 169 (όπως τροποποιήθηκε και με την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος) ότι η όποια συμφωνία με άλλη χώρα είναι δυνατό να ισχύει με επαυξημένη μάλιστα ισχύ έναντι των νόμων, νοουμένου ότι υπάρχει τήρηση του Άρθρου τούτου του Συντάγματος και μάλιστα σε σχέση με τις διατάξεις γενικά της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος, που καθιέρωσε την υπεροχή, έναντι του Συντάγματός μας, του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας μη διαφεύγει της προσοχής ότι η συμφωνία αυτή, περί την αμφισβήτηση της νομικής σημασίας του Παραρτήματος «Ο» της Συνθήκης Εγγυήσεως, αφορά έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το οποίο έπρεπε να είχαμε απαιτήσει να μην τελεί υπό το καθεστώς του 1960 ως περιοχή των Βάσεων, αφού όντως δεν είναι αναγκαίες για στρατιωτικούς σκοπούς.
Η αναφορά για ιστορική συμφωνία και η τόση προβολή αυτής, η οποία συνοδεύθηκε δημοσιογραφικά με αναφορές ότι «μεγάλωσε» η Κύπρος και ότι «απελευθερώθηκε» τόση έκταση γης, θυμίζουν προσπάθεια να πεισθούν οι πολίτες να αποδεχθούν ένα σχέδιο λύσης τύπου Αναν ή, κατά τη γνωστή ιδέα, «γη έναντι λύσης»! Τούτο μάλιστα, όταν ταυτόχρονα αφήνονται εγκαταλελειμμένοι οι πρόσφυγες, που συνεχίζουν να απευθύνονται στην παράνομη επιτροπή στα κατεχόμενα. Μια πολιτικά μονοδιάστατη ευφορία «επιτυχίας», που τη δέχθηκαν οι πιο πολλοί ως επιτυχία, απλώς για να μη βρεθούν σε αντίθεση με την ευχαρίστηση που ένιωσαν οι κάτοικοι και οι ιδιοκτήτες της περιοχής.
Άρα η νέα Συμφωνία, είτε ως εμπορική/οικονομική ή γενικότερα ως διεθνής σύμβαση, έχει ανάγκη να είναι σύμφωνη με ό,τι το Σύνταγμα απαιτεί. Προφανώς ως διμερής διακρατική συμφωνία, είναι αναγκαίο να τύχει, στο πλαίσιο του εδαφίου (2) του Άρθρου 169 του Συντάγματος, επικύρωσης από τη Βουλή, η οποία προφανώς και οφείλει εκ μέρους του κυρίαρχου λαού, τον οποίο εκπροσωπεί επίσης, να ερευνήσει το ζήτημα εις βάθος και σε σύγκριση με όσα άλλα πολύτιμα έγγραφα και γνωματεύσεις έχει από χρόνια συλλέξει στα αρχεία της για τις Βάσεις.
Ο κάθε αντικειμενικός τρίτος ανέμενε από το Κράτος μας ότι θα είχε ζητήσει, καθαρά και τάχιστα, την πλήρη εφαρμογή όσων εκ των συμφωνιών του 1960 δεν εκπλήρωσε η Αγγλία. Όμως, για μιαν ακόμη φορά, αποδεικνύεται ότι διαχρονικά η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι της Αγγλίας παρουσιάζει μιαν ηττοπαθή στάση, παρά το γεγονός ότι η ίδια η Αγγλία παραβίασε πολλαπλώς τις Συνθήκες που υπέγραψε το 1960 και τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, πριν, κατά την τουρκική στρατιωτική εισβολή το 1974 και έκτοτε. Υπενθυμίζω ότι, κατά τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, μαζί με τα παραρτήματα που τη συνόδευαν και αποτελούν μέρος αυτής, προκύπτει ότι η Αγγλία δεν διατηρεί «κυριαρχία» στον χώρο αυτόν, αφού συμφωνήθηκε ρητά η χρήση του μόνον ως στρατιωτικής βάσης.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος
Τα ακίνητα της εβδομάδας




