Να ’σαι, λέει, στα δέκα, μακριά απ’ τον πατέρα και να ’σαι και κορίτσι, που τι πάει να πει αυτό, μόνον όσες στερήθηκαν έναν πατέρα που λάτρευαν το ξέρουν. Σε ξένο τόπο, η μάνα μ’ άλλον άντρα. Στο υποσυνείδητο να ’χει ξυπνήσει η κόντρα των δύο θηλυκών, μάνας-κόρης η αιώνια, που για κάποια χρόνια ακονίζει σπαθιά. Με την υποσυνείδητη εχθρότητα γι’ αυτόν που μπήκε στη θέση του γονιού σου, με την πάλη ανάμεσα στο να τον δεχτείς, αν ίσως κι ο ίδιος βοηθάει, ή να εύχεσαι το κακό του, να σε κόβουν στα δυο. Και το… κερασάκι στην τούρτα, διπλό μάλιστα, δίδυμα στης μάνας σου την αγκαλιά. Αυτήν που εσύ λαχταράς να αποκοιμίσει ζήλιες κι εχθρότητες κι ενοχές, αυτήν που δεν την χορταίνεις και νιώθεις ότι σου την κλέψανε. Άδεια η ψυχούλα από ζεστασιά. Σε ποιον να πεις αυτά που καταλαβαίνεις, κι αυτά που δεν νιώθεις πώς και γιατί σε σπρώχνουν στην απελπισία; Ποιος να γεμίσει τον άδειο χώρο με μια παρουσία ζεστή, έστω και για κάποιες ώρες, μέρας ή νύχτας.

Σκαρφίζεσαι λοιπόν απαγωγή, επίθεση, μέρα μεσημέρι καθώς γυρνάς απ’ το σχολείο. Το παραμύθι σου, που σου φάνταζε τέλειο, σωριάζεται από τα πρώτα λεπτά, σαν τα κομμάτια σου που παλεύεις να μαζέψεις. Προσπάθησαν, λέει, να σε πάρουν μαζί τους δυο άγνωστοι. Όχι, δεν είναι παιγνίδι. Έμπειροι οι αστυνομικοί σε ξεμπροστιάζουν. Κι ομολογείς: «Ναι, ψέματα το ’πα, ήθελα μόνο να μου δώσει κάποιος λίγη σημασία». Ολόρθη μπροστά στα μάτια και του πιο ανυποψίαστου κι ανίδεου η λαχτάρα κάποιος να σε θέλει κοντά του σαν λάφυρο πολύτιμο, ποιος ξέρει ποιου πολέμου που γινόταν μέσα σου. Μυαλό, ψυχή, καρδιά, ένα κουβάρι. Ποιος να το ξεδιαλύνει το νήμα, ποιος να σε βοηθήσει να «επεξεργαστείς», κατά την επίσημη ορολογία να «χειριστείς», τόσα μπερδεμένα στο κεφαλάκι σου; Αναπάντητα τα ερωτήματα που σε τυραννάνε: Γιατί άλλος εδώ κι άλλος εκεί; Γιατί κι άλλοι «ξένοι» σ’ αυτό που εσύ νογάς οικογένεια: Μάνα, πατέρας εσύ. Την ισορροπία έτσι τη νιώθεις. Μα σου την αναποδογύρισαν.

Τόλμη, αναγκαία ίσως κάποτε, να ξηλώσεις μιαν οικογένεια και πιο πολύ τόλμη να υφάνεις άλλη. Με τ’ απομεινάρια της παλιάς τι να κάνεις; Πόσα κομμάτια να την κάνεις την αγάπη να τους χορτάσει όλους; Πού να βρεις την ευαισθησία και τα κουράγια να ψάξεις αυτά που τριβελίζουν το μυαλό του σπλάχνου σου; Κι άντε και τα βρήκες. Πώς τα παλεύεις; Ευθύνη και βάρος δυσβάσταχτο στην εποχή των γάμων που εύκολα διαλύονται, των παιδιών που εύκολα ξεριζώνονται και μεταφυτεύονται, των γονιών που βρίσκονται με δυο τρία παιδιά από ταίρια άλλης φυλής, άλλης γλώσσας, άλλης νοοτροπίας, των ξένων που καλούνται να το παίξουν γονιοί σε παιδιά από δυο-τρεις γάμους.

Ναι, δικαίωμα έχει ο καθένας να ψάξει το συντρόφεμα όπως το θέλει. Τις ασυντρόφευτες ψυχούλες που ψάχνουν σε φανταστικές απαγωγές αποδοχή και καταφύγιο ποιος τις στηρίζει; Μίλησε κανείς για κράτος και υπηρεσίες που θα μπορούσαν να τις συντρέξουν; Τα χαμένα παιδικά χρόνια που θα γίνουν εφιάλτης, ποιος θα τα γυρίσει πίσω; Την οργισμένη γενιά που θα κάνει τα ίδια και χειρότερα μόνο για «λίγη σημασία», ποιος και πώς θα την αντιμετωπίσει; Καμιά καλή ιδέα μήπως σας βρίσκεται, αγαπητοί ειδικοί κι αρμόδιοι;

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ