Το θέμα των βάσεων επανέρχεται στην επικαιρότητα μετά τη συμφωνία που υπεγράφη στο Λονδίνο. Έχω καταγράψει λεκτικές και άλλες υπερβολές στον τρόπο παρουσίασης της είδησης. Υπήρξαν αναφορές για «απελευθέρωση εδαφών», «Μεγαλώνει η Κυπριακή Δημοκρατία». Αυτή η μεθόδευση διοχέτευσης πληροφοριών για τόσο σοβαρά θέματα αλλά και οι προσπάθειες εντυπωσιασμού είναι άκρως επικίνδυνες. Ουκ ολίγες φορές τα πάνελ έχουν πάρει φωτιά χωρίς να μπουν κάποιοι στη διαδικασία να μελετήσουν έγγραφα και συμφωνίες πριν να εκφράσουν άποψη. Αυτό διαβρώνει την αξιοπιστία όσων ενεργούν με αυτό τον τρόπο.
Υπεύθυνα οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου θα πρέπει να μελετήσουν τους όρους της συμφωνίας και στη συνέχεια να τοποθετηθούν. Ανέκαθεν συνεζητείτο το συγκεκριμένο θέμα. Ο λόγος που δεν κατέληξαν σε συμφωνία στο παρελθόν ήταν γιατί η Βρετανία δεν συμφωνούσε σε ασφαλιστικές δικλίδες, οι οποίες θα απέτρεπαν με την ανάπτυξη στην περιοχή να αγοράσουν Βρετανοί μεγάλο μέρος των περιουσιών. Η διεκδίκηση των βάσεων από την Κυπριακή Δημοκρατία σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ουσιαστικά αδιέξοδη. Υπενθυμίζω στη συνέχεια την πορεία των γεγονότων σε σχέση με τις βρετανικές βάσεις, αλλά και στοιχεία ουσιαστικά της αρχικής συμφωνίας που υπεγράφη.
Η πορεία των γεγονότων
*Τάσσος Παπαδόπουλος για το ψήφισμα της Βουλής: H Βουλή, σε ψήφισμα ημερομηνίας 19 Απριλίου 2007, τόνισε ότι προσβλέπει στη μελλοντική απαλλαγή της Κύπρου από οποιαδήποτε παρουσία ή βάσεις στο έδαφός της και ότι θεωρεί τη μη εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Μ. Βρετανίας προς την Κυπριακή Δημοκρατία ως παραβίαση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Κάλεσε εκ νέου την Κυπριακή Κυβέρνηση να προβεί στα ενδεικνυόμενα διαβήματα προς την κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας για καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Ο τότε Πρόεδρος, Τάσσος Παπαδόπουλος, σχολιάζοντας το ψήφισμα που ενέκρινε ομόφωνα η Βουλή για εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Μ. Βρετανίας προς την Κύπρο, υπέδειξε ότι υπάρχει σωρεία επιστημονικών εκθέσεων από νομικούς από αρκετές χώρες, οι οποίες κατά καιρούς έχουν μελετηθεί.
«Δεν είναι σίγουρο», είπε ο τότε Πρόεδρος, «αν όλοι γνωρίζουν τι συνεπάγεται αυτή η διεκδίκηση, η οποία σε άλλους φαίνεται απλή, αλλά έχει πολύ σοβαρές περιπλοκές νομικής και πρακτικής φύσεως, αλλά και πολιτικής».
*Οι απαιτήσεις της Κ.Δ. για χρηματικές αποζημιώσεις το 1973: Στις 31 Αυγούστου 1973, ο Χριστόδουλος Βενιαμίν, σε συνάντησή του με τον Ύπατο Αρμοστή Stephen Olver, επέδωσε το λεγόμενο non paper με απαιτήσεις για χρηματικές αποζημιώσεις ύψους 64,26 εκ. λιρών και για κάθε νέο έτος αποζημιώσεις ύψους 9,6 εκ. λιρών. Η απάντηση των Βρετανών ήταν ότι, κατά την άποψή τους, τιμούσαν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, ότι δεν θεωρούσαν νομικώς βάσιμα τα ποσά και τις απαιτήσεις που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κυπριακής Κυβέρνησης.
Ήταν όμως έτοιμοι να διαβουλευτούν. ΄Εθεταν, βέβαια, ως βασική προϋπόθεση τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στις διαβουλεύσεις. Προέβαλλαν ακόμη τη θέση ότι από τα ποσά αυτά θα έπρεπε να ευεργετούνταν αμφότερες οι κοινότητες. Το τότε Υπουργικό Συμβούλιο έκανε λόγο για πονηρό ελιγμό των Άγγλων, προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή οποιουδήποτε ποσού.
*Ανώτατο: «Οι Βάσεις δεν είναι Κυρίαρχες»: Το 1991, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι Βάσεις δεν είναι Κυρίαρχες. Για σκοπούς διεθνούς δικαίου, η συγκεκριμένη απόφαση δεν έχει καμιά ισχύ. Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπεγράφη το πολυσυζητημένο Πρωτόκολλο 3 . Το έδαφος των Βάσεων, ακόμη και μετά την ένταξη, δεν είναι ευρωπαϊκό έδαφος. Στο Πρωτόκολλο 3 διευκρινίζεται το καθεστώς των βάσεων και αναγκάζονται οι Βρετανοί σε ένα βαθμό να προσαρμοστούν με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Η αρχική συμφωνία
Η συμφωνία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Κυπριακής Δημοκρατίας είχε ως ακολούθως: To Ηνωμένο Βασίλειο εν είδει δωρεάς θα κατέβαλλε προς την Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των 12 εκ. λιρών, για την πρώτη πενταετία ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, η συμφωνία που υπεγράφη επέβαλλε την υποχρέωση διεξαγωγής διαβουλεύσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, πριν από τη λήξη της πρώτης πενταετίας, για την αναθεώρηση του ύψους της δωρεάς.
Στις 24 Μαρτίου 1965 η βρετανική κυβέρνηση υπέβαλε προς το Υπουργείο Εξωτερικών ένα βοηθητικό μνημόνιο (Aide Memoire), σύμφωνα με το οποίο αναγνώριζε τις οικονομικές της υποχρεώσεις αλλά, ταυτόχρονα, επεκαλείτο ως πρόφαση την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο και έθετε ως όρο ότι η οικονομική της βοήθεια θα έπρεπε να δινόταν προς όφελος ολόκληρου του λαού της Κύπρου (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων). Οι Τουρκοκύπριοι είχαν, στο μεταξύ, αποχωρήσει από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία.
Τον Απρίλιο του 1970, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Σπύρος Κυπριανού, ζητά και πάλι την άμεση έναρξη διαβουλεύσεων. Ο Ύπατος Αρμοστής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κύπρο απάντησε ότι η κυβέρνησή του δεν είχε καμία νομική υποχρέωση για καταβολή οικονομικής βοήθειας και ότι οι οποιεσδήποτε οικονομικές υποχρεώσεις του Ην. Βασιλείου προς την Κύπρο εξουδετερώθηκαν από τις οικονομικές υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας προς το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αναφερόταν συγκεκριμένα στην αγορά και αξιοποίηση του στρατοπέδου Golden Sands στην Κύπρο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του Ηνωμένου Βασιλείου. Υποστήριξε ακόμη ότι το ποσό της πρώτης πενταετίας παραχωρήθηκε για να ενισχυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της. Από τότε, η Κυπριακή Κυβέρνηση επανήλθε πολλές φορές χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα.
ΕΙΡΗΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ
Βουλευτής ΑΚΕΛ,
Αριστερά,
Νέες Δυνάμεις




