Ούτε η Δεξιά, με τα βαρίδια της εξάρτησης και της υποτέλειας που κουβαλά εκ γενετής, ούτε η Αριστερά, μια Αριστερά που έχει χάσει προ πολλού την ηθική και ιδεολογικοπολιτική της ηγεμονία και έχει βολευτεί, μπορούν να μας βγάλουν από τα αδιέξοδα

Είναι εξόφθαλμο, πλέον, πως Ελλάδα και Κύπρος έφτασαν εδώ που βρίσκονται γιατί έγιναν κάποια πράγματα, ενώ την ίδια στιγμή δεν έγιναν κάποια άλλα. Επί σειρά ετών συντελούνταν εγκλήματα κατά των χωρών μας, του Λαού και της κοινωνίας, και την ίδια στιγμή επιδεικνυόταν εγκληματική ανοχή, που τη διαδέχονταν διαχρονικά η ατιμωρησία. Είναι τοις πάσι γνωστό πως και στις δύο χώρες κάνει κουμάντο η Δεξιά και η Αριστερά, ή όπως θέλουν να αποκαλούνται οι δυνάμεις αυτές, μαζί με τις όποιες όμορες δυνάμεις ή παρελκόμενες ή δυνάμεις υποζύγια ή συμφέροντα οικονομικά κ.ά., εντός και εκτός των δύο χωρών.

Ποια Δεξιά και ποια Αριστερά;
Εδώ τίθεται εύλογα το ερώτημα. Ποια Δεξιά και ποια Αριστερά; Μα η Δεξιά της υποτέλειας και η Αριστερά της ήττας, απαντά ο ενεργός πολίτης (είδος προς εξαφάνιση…)! Οι δυνάμεις αυτές συστηματικά έχουν ιδεολογικοποιήσει τον ραγιαδισμό, στην Ελλάδα, ενώ στην Κύπρο της συνεχιζόμενης κατοχής κατέβαλαν και καταβάλλουν προσπάθειες για την επέκτασή του μέσω του συρματοπλέγματος και εντός μας, πέραν βεβαίως του υπαρκτού, των δυνάμεων κατοχής. Επειδή οι δυνάμεις αυτές δεν είναι ούτε αόρατες, αλλά ούτε και ακαθόριστες, ας τις ονομάσουμε άρχουσα τάξη και πολιτικό προσωπικό.

Όλοι αυτοί, ενσυνείδητα αλλά και από εγγενείς αδυναμίες, βλέπε ανεπάρκεια και πολιτική μυωπία, έχουν δώσει το μήνυμα στους όποιους ξένους γκαουλάτορές τους ή μη ότι Ελλάς είναι το Μαξίμου, το ΥΠ.ΕΞ. και οι τράπεζες, και τα αντίστοιχα για την Κύπρο. Όλοι αυτοί, με τη στάση που τήρησαν και τηρούν, υποσκάπτουν τον πατριωτισμό των Ελλήνων της Μητροπολιτικής Ελλάδας και αυτόν των Ελλήνων της Κύπρου, παραβλέποντας σκοπίμως και εκ προθέσεως ότι ο πατριωτισμός είναι μέρος και του ευρωπαϊκού ιδεώδους, στην αναφορά του οποίου και όχι μόνον καταφεύγουν κάθε φορά που αισθάνονται στριμωγμένοι. Δεν είναι μόνον αυτό, αλλά ακολουθώντας μια πρακτική και μεθοδολογία μακριά από αρχές και αξίες, διέφθειραν την κοινωνία με το άθλιο παράδειγμά τους και επιμένουν να αποκαλούν εαυτούς πολιτικούς, τη στιγμή που κεντρικό αξίωμα της πολιτικής είναι:

«Αν δεν μπορείς να πράξεις πάνω σε αρχές, καλύτερα να χάσεις βασιζόμενος σε αρχές, παρά να κάνεις υποχωρήσεις σε θέματα αρχών, προκειμένου να κρατήσεις τη θέση σου».
Όλοι αυτοί, που ζητούν θυσίες από τον ελληνικό και τον κυπριακό λαό (μας έχουν ήδη υποβάλει σ’ αυτές), είναι οι ίδιοι που όχι μόνο δεν υπέβαλαν εαυτούς ποτέ σε κανενός είδους θυσία, αλλά καταπάτησαν αυτό, που πολύ εύγλωττα έθεσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος (αυτός που έγινε αεροδρόμιο), από τα βουνά της Κρήτης: «Πας ανήρ, εισερχόμενος εις την πολιτικήν πτωχός και εξερχόμενος πλούσιος, αυτός επολιτεύθη μόνο διά τον εαυτόν του».

Ας μη σπεύσουν τα γνωστά «παπαγαλάκια» να ισχυριστούν πως όσα προσάπτονται στο πολιτικό προσωπικό, περί διαφθοράς της κοινωνίας και διάβρωσης του κοινωνικού ιστού, είναι υπερβολικά ή ανυπόστατα. Ας βγουν από τα γραφεία τους που μυρίζουν ναφθαλίνη..!

Να μην ξεχνάμε πως η αλλοτρίωση, που παρατηρείται στον κοινωνικό ιστό τα τελευταία 40 χρόνια, επετεύχθη χάρις στον τρόπο που ασκείται το πολιτικό παιχνίδι, από τα όποια κέντρα εξουσίας, τις νέες συνήθειες, τα νέα ήθη και … έθιμα, τον νέο τρόπο ζωής, που έχει επιβληθεί σταδιακά και με τη μέθοδο της πειθούς «εκ των έσω», μέσα από τα πρότυπα και τις προτεραιότητες που μας επεβλήθησαν.

Αποκαρδιωτική διαπίστωση
Εδώ και πολλά χρόνια, από τη δουλειά που κάνω μέσα στον κόσμο, έχω καταλήξει στην ακόλουθη αποκαρδιωτική διαπίστωση, την οποία θα αποδώσω με λόγια τρίτου. Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι: Αυτοί που δεν έχουν ιδέες. Αυτοί που έχουν ιδέες και αρχές, και αυτοί που δεν έχουν ούτε ιδέες, ούτε αρχές και πολεμούν αδυσώπητα και ανηλεώς (προσθέτω), όσους έχουν! Στο βιβλίο του «Πεθαίνω σαν Χώρα», ο Δ. Δημητριάδης (Εκδόσεις Άγρα 2003), αναφέρει: «…το αδιέξοδο της χώρας ήταν στις ψυχές των κατοίκων της ή η ψυχή των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον έναν ιστορικό κύκλο στον άλλον είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή».

Ακόμη, «…μια υπόθεση που κρατούσε σε εκκρεμότητα έναν ολόκληρο λαό εξασθενημένο, από την πλέξη της ίδιάς του της ιστορίας κι ανίκανο πια ν’ αντισταθεί στα πιεστικά κελεύσματα μιας ενστικτώδους εγωπάθειας και μιας ανεξέλεγκτης, αλλά συνειδητής περιφρόνησης προς καθετί που συνεργούσε στην επιβίωση του Έθνους, πράγμα που έφτασε στα όρια της προμελετημένης πατριδοκτονίας και σήμαινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η έννοια του Έθνους είχε από τη στιγμή εκείνη κιόλας χαθεί οριστικά». Η κρίση, επομένως, αγαπητέ αναγνώστη, δεν ήρθε από το πουθενά και δεν είναι μόνον οικονομική, αλλά είναι και αυτό που επιμελώς έχει αποσιωπηθεί: Είναι βαθιά καθεστωτική.

Ανατροπή και αναστροφή
Μια τέτοια συνειδητοποίηση μπορεί να μας οδηγήσει στη δημιουργία και την ανάπτυξη ενός μετώπου σε Ελλάδα και Κύπρο, που μέσα από τη σωστή διεκδίκηση και στοχοθεσία θα γίνει δυνατή, υπό προϋποθέσεις, η ανατροπή των δεδομένων και η αναστροφή του κλίματος της εθνικής μιζέριας. Μια από τις προϋποθέσεις είναι η δημιουργία ενός ρεύματος ιδεών και αξιών, που να διαπεράσει τον κοινωνικό ιστό, να οδηγήσει στο να αναδειχθούν νέες δυνάμεις, οι οποίες με τη λαϊκή νομιμοποίηση να εργαστούν για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης, στις δύο χώρες.

Άλλη προϋπόθεση, ο λαός να πάψει να αυτοκαταργείται, αλλά πρέπει και να ανασυντάξει τις δυνάμεις του για να προασπίσει αποτελεσματικά τα δίκαιά του, απαλλαγμένος από τον όποιο «κομματικό πατριωτισμό», απεγκλωβισμένος από τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις, έχοντας ως πυξίδα πως νομιμοφροσύνη οφείλει κανείς μόνο στην Πατρίδα και στο Έθνος. Σ’ αυτόν του τον αγώνα, μπορεί να βρει στήριγμα και στυλοβάτη την Εκκλησία, τον μόνο πυλώνα της κοινωνίας που δεν έχει διαβρωθεί ακόμα. Ούτε η Δεξιά, με τα βαρίδια της εξάρτησης και της υποτέλειας που κουβαλά εκ γενετής, ούτε η Αριστερά, μια Αριστερά που έχει χάσει προ πολλού την ηθική και ιδεολογικοπολιτική της ηγεμονία και έχει βολευτεί, μπορούν να μας βγάλουν από τα αδιέξοδα.

Η παρούσα κατάσταση
Η παρούσα κατάσταση για να αντιμετωπιστεί χρήζει ηγεσιών και πολιτικών εξόδου από τη βαθιά καθεστωτική κρίση, και αυτό το βάρος δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα το σηκώσουν, ήδη έχει διαφανεί ξεκάθαρα, αυτοί που μας έφεραν ώς εδώ, με τη δική μας, δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό, ανοχή, αδράνεια και ασέλγεια, πολλές φορές, επί του εθνικού κορμού.

Στην πορεία αυτή που πρέπει να χαράξουμε, προκειμένου, όπως αναφέρεται και στον τίτλο, να απαλλαγούμε από τα «άδεια κοστούμια», να βγάλουμε την Ελλάδα από το «δημιουργικό χάος» και την Κύπρο από την «ύπνωση», πρέπει να έχουμε κατά νουν, ότι οι συναλλαγματικές των εθνικών εγκλημάτων δεν θα μένουν εσαεί ανεξόφλητες..! Η συνέργεια, από την άλλη, διά της ανοχής και της αδράνειας των πολιτών, στα εγκλήματα που συντελούνται κατά του Ελληνισμού δεν πρέπει και δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί.
Προ δεκαετιών, ο Albert Εinstein, υπογράμμιζε: «Ο κόσμος δεν θα καταστραφεί από αυτούς που κάνουν το κακό, αλλά από αυτούς που παρακολουθούν και δεν κάνουν τίποτα».

Η αδιαφορία για το όλον
Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς κοινωνιολόγος, για να διαπιστώσει πως η παθογένεια της εποχής μας έγκειται στην αδιαφορία για το όλον, την αποχαύνωση, την ανικανότητα να εμπνεύσουμε εαυτούς και αλλήλους, να εστιάσουμε το ενδιαφέρον και τη δράση μας σ’ όλα εκείνα, που είναι σημαντικά για το παρόν και το μέλλον. Ούτε είναι ανάγκη να είναι κανείς νομικός ή πολιτικός επιστήμων, για να εντοπίσει και να αποδώσει ευθύνες στο πολιτικό προσωπικό για τη μη λειτουργία των θεσμών και τη μη εφαρμογή των νόμων, που και τα δύο μαζί συνέβαλαν τα μέγιστα για να φτάσουμε ώς εδώ.

Τέλος, στους ενασχολούμενους με την πολιτική (σκοπίμως δεν τους αποκαλώ πολιτικούς, γιατί οι απόψεις μας για την πολιτική είναι εκ διαμέτρου αντίθετες), θέτω υπ' όψιν τους την κραυγή αγωνίας του έγκριτου δημοσιογράφου και συγγραφέα Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου (12 Νοεμβρίου, μετά από τη δήλωση Ερντογάν πως «δεν υπάρχει χώρα που ονομάζεται Κύπρος»): «Η μετατροπή των δύο χωρών σε αποικίες χρέους καθιστά επείγουσας σημασίας η Ελλάδα και η Κύπρος να θέσουν τώρα στην Ε.Ε. το θέμα (της συνέχισης των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.), διαφορετικά οι χειρότερες εθνικές τραγωδίες είναι προ των πυλών».