Τι ανατριχίλα είναι αυτή πρωί-πρωί; Το ηλεκτρικό σιδεροπρίονο τρυπάει πρώτα τ’ αφτιά. Τσιτώνει ύστερα τα σμπαραλιασμένα από χίλιες έννοιες νεύρα, κάνει μια βόλτα και ξεσηκώνει το στομάχι. Τι τρέχει; Με μια ματιά απ’ το τζάμι σου ’ρχεται η χαριστική βολή.

Είναι δυνατόν; Το περήφανο, ολόρθο ακόμα, βαθύ σκούρο πράσινο κυπαρίσσι, με τα κλαδιά του απλωμένα ώς τα ουράνια, παλεύει με τον δράκο, σε μια μάχη που το νιώθει ότι τη χάνει. Το θηρίο ξεσκίζει τη σκληρή φλούδα και αποκαλύπτει το τρυφερό χυμώδες εσωτερικό. Σαν κλαυθμός σπαραχτικός ακούγεται το τρίξιμο από τον κλυδωνισμό. Δεμένο μ’ αλυσίδες, μη φάει κανέναν περαστικό με το πέσιμο, το δέντρο αφήνει, γέρνοντας στο πλάι, την τελευταία του πνοή. Τετέλεσται!

Γιατί; Τι το ψάχνεις, το πρώτο είναι ή θα ’ναι το ύστερο; Λίγο-λίγο κλαδιά, κορμός, στοιβάζονται στο φορτηγό που θα πάρει μαζί του χρόνων και χρόνων ζωή. Πού θα ’ναι άραγε το τέλος; Σε κοιμητήριο, πεταμένο σε καμιά γωνιά, ή σε κρεματόριο, τροφή για τζάκι; Σαν να σου ’πεσε στο κεφάλι ο περήφανος γείτονας, τρυπώνεις μέσα, μην τον δεις να φεύγει.

Παίρνει να βραδιάσει κι η θλίψη εκεί, θρονιασμένη στην ψυχή. Άξαφνα, τι είναι αυτό το βουητό σαν ομαδικό μοιρολόι; Εκατοντάδες σπουργίτια ξετρελαμένα, σκίζουν τον αέρα τσιρίζοντας, ψάχνουν το κλαδάκι τους να κοιμηθούν, σαν κάθε βράδυ, ίσως για χρόνια. Μαζεύονται σε ομάδες, πετάνε όλα μαζί αλαφιασμένα, λεφούσια, σύννεφα σπουργίτια ξεσπιτωμένα. Το απελπισμένο κλάμα τους σου φέρνει στο νου κάτι άλλα σπουργίτια, που κυνηγημένα φώλιαζαν για βδομάδες κάτω από δέντρα, ψάχνοντας μέσα στο λιοπύρι λίγη σκιά, λίγο νερό, μιαν ανάσα.

Βρέθηκαν σ’ άλλη γη, σ’ άλλο κλαδί, ακούμπησαν να ξαποστάσουν λίγο, προσωρινά, ώσπου να γυρίσουν στη φωλιά τους. Σαράντα χρόνια, προσωρινά! Όσοι ζουν ακόμα περιμένουν. Το ψυχικό το σπίτι των παιδικών χρόνων, τα πρώτα χάδια των γονιών, τα πρώτα χαμόγελα, οι πρώτες μυρωδιές, οι πρώτες εικόνες, ένας παράδεισος που σ’ ακολουθεί, βαθιά στεριωμένος μέσα σου. Το κλάμα και τ’ αναφιλητό γίνονται λίγο-λίγο πικρό τραγούδι που ξαλαφρώνει την ψυχή, όσο το κομμάτι της που έφερες ώς εδώ να στέκει ν’ αγναντεύει το κομμάτι που άφησες εκεί πέρα. Πώς ήταν τα πρώτα βράδια για τις χιλιάδες αλαφιασμένους πρόσφυγες, μόνο εκείνοι το ξέρουν. Πώς ήταν για κάποια κυπαρίσσια που στα κλαδιά τους μάζευαν τα παιδιά τους να ζουν έτσι ξεριζωμένα, μόνο εκείνα το ξέρουν.

Πώς ήταν τα πρώτα βράδια για τα αλαφιασμένα σπουργίτια θα μας το ’λεγαν αν ήξεραν τη γλώσσα μας. Γιατί το κλάμα τους έλεγε στη γλώσσα τη δική τους πως το ξερίζωμα είναι για όλους ίδιο. Και για τους ανθρώπους και για τα σπουργίτια ο κόσμος δεν θα ’ναι πια ο ίδιος. Ποτέ. Ακόμα κι όταν συνηθίσουν, το παλιό το κυπαρίσσι, την παλιά φωλιά, θα τα ψάχνουν. Εκεί θα τρυπώνουν άνθρωποι και πουλιά ξεσπιτωμένα, αυτή θα είναι πάντα η τελευταία τους καταφυγή. Ο χαμένος κόσμος τους!

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ