Ήταν πριν από 17 περίπου χρόνια, όταν πρωτοξεκίνησα να δουλεύω στην εφημερίδα. Πολύ λίγα άτομα γνώριζα ακόμη στο συγκρότημα, αλλά ήδη ένιωθα αρκετά άνετα, εν αντιθέσει με τα όσα είχα ακούσει πριν προσληφθώ.
Μια μέρα λοιπόν του πρώτου μήνα εργασίας μου, ενώ περπατούσα προς την είσοδο, αφηρημένη ως συνήθως και κοιτάζοντας αλλού, συγκρούστηκα μ' έναν νεαρό, που εξερχόταν της εισόδου, κι αυτός αφηρημένος και κοιτάζοντας αλλού. Η αμηχανία έφυγε με το αυθόρμητο γέλιο του νεαρού, που μου το μετέδωσε αμέσως. Γελούσαμε και οι δύο μέχρι δακρύων, σε σημείο που δεν μπορέσαμε να ζητήσουμε συγγνώμη ο ένας απ' τον άλλον, ούτε καν να συστηθούμε.
Μετά από λίγο πληροφορήθηκα ότι ήταν ο Άντης Χατζηκωστής. Αυτό το αυθόρμητο και πλατύ χαμόγελο το βλέπαμε όλοι κάθε φορά που τον συναντούσαμε. Απλός με όλους, τον νιώθαμε δικό μας. Συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία ενός χαρισματικού ανθρώπου, που όλοι μας σήμερα τόσο έχουμε ανάγκη. Έξυπνος, μαχητικός, φιλόπατρις, αισιόδοξος, αλλά προσγειωμένος, κοιτάζοντας πάντα το αύριο, όχι μόνο το σήμερα. Το μεγαλύτερό του προτέρημα, ήξερε να αγαπά και να συμπονεί.
Έχουν περάσει κιόλας τέσσερα χρόνια από εκείνο το πικρό βράδυ που μας τον πήραν, αλλά συνεχώς έχω την αίσθηση ότι είναι κοντά, εδώ τριγύρω. Είμαι σίγουρη πως εκεί που βρίσκεται ζει στην απόλυτη ευτυχία, που δεν μπορεί ποτέ να είναι επίγεια. Όμως στις καρδιές αυτών που τον γνώρισαν θα έχει πάντα τη θέση που του αρμόζει.
Αγνή Αναστασίου




