Ένα σημαντικό εύρημα της μεγάλης έρευνας που έγινε στην Κύπρο την τριετία 2006-2009 με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας και με θέμα την Ανάπτυξη της Πολιτότητας (καλλιέργεια πολιτών) ήταν η μεγάλη δυσκολία επικοινωνίας της πολιτείας και της κοινωνίας με τους νέους. Από την ποσοτική έρευνα (ερωτηματολόγιο σε 850 δεκαοκτάχρονους μαθητές σ΄ όλες τις επαρχίες της Κύπρου) φάνηκε ότι ένα μεγάλο ποσοστό των δεκαοκτάχρονων δεν ενδιαφέρεται να ακούσει το δελτίο ειδήσεων (50 τοις εκατόν περίπου) ούτε να παρακολουθήσει στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση συζητήσεις πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά θέματα (30 τοις εκατόν δεν παρακολουθούν ποτέ και 34,4 τοις εκατόν σπάνια).
Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει τρόπος για την πλειονότητα των νέων μας να ακούσουν μια διαφορετική άποψη από τη δική τους ή ένα σοβαρό επιχείρημα που θα τους προβληματίσει και θα τους κάνει πιθανό να δουν τα πράγματα διαφορετικά. Υπάρχει με άλλα λόγια πρόβλημα πρόσβασης στους νέους, δυνατότητας δηλαδή επικοινωνίας και διαλόγου μαζί τους, άρα και αδυναμία άσκησης κάποιας θετικής επιρροής πάνω τους.
Το εύρημα αυτό θα ήθελα να το συνδυάσω με μια πληροφορία που άκουσα τελευταία για κάποιο επίσημο πρόσωπο της Κύπρου που προσκλήθηκε σε τηλεοπτική συνέντευξη και, όταν ρωτήθηκε αν θα προετοιμαζόταν, απάντησε πως δεν προετοιμάζεται ποτέ, επειδή είναι σε θέση να απαντήσει με άνεση ό,τι και αν τον ρωτήσουν. Ασφαλώς είναι άξιος θαυμασμού αυτός που μπορεί, χωρίς να προετοιμασθεί, να απαντά με άνεση σε μια τηλεοπτική συνέντευξη. Σημαίνει πως είναι πολύ ικανός και άξιος και πολύ καλά καταρτισμένος.
Υπάρχει ωστόσο πάντοτε η δυνατότητα να απαντήσει κανείς πιο εύστοχα ύστερα από προετοιμασία, να μπορέσει δηλαδή να παρουσιάσει τις απόψεις και τις θέσεις του πληρέστερα, αναλυτικότερα και σαφέστερα, με πιο λογικά, πιο καλά δομημένα και πιο πειστικά επιχειρήματα, και με πιο ενδιαφέροντα και πρωτότυπο τρόπο, έτσι ώστε να μπορέσει να βοηθήσει το ακροατήριο να κατανοήσει καλύτερα και ευρύτερα ένα πρόβλημα και να το προβληματίσει σε κάτι σημαντικό, συμβάλλοντας έτσι στην ενημέρωση, στη διαφώτιση, και στην πολιτική επιμόρφωσή του.
Αν συσχετίσουμε αυτή την περίπτωση με τα αποτελέσματα της έρευνας για την πολιτότητα που αναφέραμε πιο πάνω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι φταίνε σε κάποιο βαθμό και οι συζητητές για την αδιαφορία των νέων για τις τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές συζητήσεις, ή, για να το πούμε διαφορετικά, θα ήταν δυνατό, αν οι συζητητές κατέβαλλαν περισσότερη προσπάθεια να μιλούν με πιο ενδιαφέροντα και πειστικό τρόπο, χωρίς να επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια, να μειωθεί η αδιαφορία και η απάθεια του νεανικού ακροατηρίου και η κοινωνία να γίνει έστω και ελάχιστα πιο ενημερωμένη και προβληματισμένη και πιθανόν πιο επιδεκτική βελτίωσης.
Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι θέμα σεβασμού προς το ακροατήριο το να εγκαταλείψει κάποιος την αυταρέσκεια, ότι μπορεί να παρουσιάζεται σε μια τηλεοπτική συζήτηση απροετοίμαστος, και να αποφασίσει να προετοιμάζεται όσο μπορεί καλύτερα. Προετοιμαζόμενος δείχνει ότι εκτιμά τον χρόνο που αφιερώνουν οι ακροατές για να τον ακούσουν και την εμπιστοσύνη που του δείχνουν προσδοκώντας να ακούσουν από εκείνον κάτι χρήσιμο, ενδιαφέρον και πρωτότυπο και κάτι που θα τους διαφωτίσει. Η υποχρέωση σεβασμού του ακροατηρίου γίνεται γι’ αυτόν πιο επιτακτική, αν λάβει υπόψη τη σημερινή επιστημονική αντίληψη ότι μαθαίνουμε πολλά πράγματα από την καθημερινή μας ζωή και την καθημερινή μας επικοινωνία, καμιά φορά περισσότερα και πιο χρήσιμα και ουσιαστικά από όσα μαθαίνουμε από το σχολείο και τα βιβλία. Γι΄ αυτό και οι γνωστικοί ψυχολόγοι μάς ενθαρρύνουν σήμερα να ακούμε με προσοχή τους άλλους.
Σχετικά με το θέμα που συζητούμε, ασφαλώς θα είναι πολύ χρήσιμη κοινωνική γνώση, εκτός από αυτά που θα ειπωθούν, και το ζωντανό παράδειγμα ενός σημαντικού προσώπου που παρουσιάζεται να έχει προετοιμασθεί για τη συνέντευξή του, επειδή σέβεται το ακροατήριό του. Η προετοιμασία δείχνει όμως και αυτοσεβασμό, γιατί, αν κάποιος προετοιμασθεί, θα μπορεί να αναλύσει καλύτερα το θέμα του και να εμβαθύνει περισσότερο στις διάφορες πτυχές του, βγάζοντας έτσι ασπροπρόσωπο και τιμώντας τον εαυτό του.
Πιστεύω πως ο καθένας από εμάς έχει τη δυνατότητα, αν προσπαθήσει, να βοηθήσει έστω και λίγο τους άλλους με αυτά που θα τους πει. Όχι γιατί κατ’ ανάγκην ξέρει καλύτερα, αλλά γιατί παρέχει ευκαιρία στους άλλους να ακούσουν και μια διαφορετική γνώμη. Αυτό ασφαλώς ισχύει περισσότερο με εκείνους που τους παραχωρείται η δυνατότητα να παρουσιαστούν σε τηλεοπτική συνέντευξη και να ακουστούν από ευρύτερο ακροατήριο. Αποδοχή της πρόσκλησης σημαίνει ανάληψη μεγάλης ευθύνης.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗΣ




