Γενάρης, 1865, Βομβάη. Μια πόλη πλημμυρισμένη από φως, μυστήριο, ερωτισμό, ζεστασιά ανθρώπινη, μα και φτώχια, πείνα, αρρώστιες. Στις 18, ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο ο Ρούντγιαρντ Κίπλινγκ, γιος Άγγλου παιδαγωγού, καλλιτέχνη, διευθυντή μουσείου της πόλης. Προτεκτοράτο και η Ινδία της παντοδύναμης βρετανικής αυτοκρατορίας, με εκτόπισμα δύναμης και πλούτου ο γονιός, που δεν τα χρησιμοποίησε παρά για να δώσει την καλύτερη για την εποχή μόρφωση στον γόνο του.
Μετά το σχολείο στη Βομβάη θα τον στείλει στο Ντέβον - Αγγλία, 1880. Γόνιμη γη, ο σπόρος δίνει άνθιση εντυπωσιακή. Πέρα από τις γνώσεις, τον Ρούντγιαρντ απασχολεί ο άνθρωπος. Μυαλό ανήσυχο, δημιουργικό, ταξιδεύει, Αφρική, Ιαπωνία, Κίνα, Αμερική, σ’ εκείνους τους καιρούς, μ’ εκείνα τα μέσα, όχι σαν επισκέπτης, μα στοιβάζοντας στην ψυχή του κλωστή-κλωστή υφάδια πολύτιμα. Ένας αργαλειός ο κόσμος κι ο ευαίσθητος νεαρός υφαίνει ό,τι κεντρίζει την ψυχή του, την ακονισμένη απ’ τις εικόνες της φτώχιας, της δυστυχίας που ξέγραφαν μ’ ένα χαμόγελο οι απλοί άνθρωποι, μα και της ευλογίας να γνωρίσεις τόσους τόπους αλλιώτικους, τόσους ανθρώπους αλλιώτικους. Και καταγράφει.
Γεννιούνται μυθιστορήματα, «Στάλκι και Σία», διηγήματα «Ένας γενναίος καπετάνιος», «Ιστορίες για παιδιά» (εξιστόρηση της δύσκολης ζωής ενός αγοριού), «Βιβλία της ζούγκλας» μα και ποίηση. Γράφει τις «Μπαλάντες του Μπαρόκ», που τις αφιερώνει στον αδελφό της Αμερικανίδας Κάρολιν Σταρ Μπαλεστέρ, της γυναίκας που αγάπησε και παντρεύτηκε. Το 1898 το έργο του «Η σημαία της Αγγλίας» γεννά έναν βαθύ πατριωτισμό και θεωρείται, στη χώρα του πιο πολύ βέβαια, απ’ τα σημαντικότερα έργα του. Έκπληκτος κι ο ίδιος από το πόσο είχε γίνει γνωστός δέχεται την απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας στα 1907. Κι αν μνημονεύουμε Ρούντγιαρντ Κίπλινγκ -Γενάρη του 1936 έφυγε- είναι γιατί στο ποίημά του «ΑΝ» (αγγλικός τίτλος IF), μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, αφήνει κληρονομιά στην ανθρωπότητα μια σοφία που έρχεται ώς εδώ σ’ εμάς, στήριγμα στις δύσκολες ώρες μας.
Αν μπορείς τη μέρα σου να γεμίζεις με είκοσι τέσσερις ώρες άξιας ζωής.
Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες να γυρνάς, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακρύνεις.
Αν σε μισούν κι εσύ μπορείς ποτέ σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις.
Αν να κρατάς καλά μπορείς τα λογικά σου όταν τριγύρω σου όλοι τα ’χουν χαμένα και σ’ εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία.
Αν μήτε φίλοι, μήτε εχθροί, μπορούνε πια ποτέ να σε πληγώσουν,
όλον τον κόσμο αν αγαπάς μα και ποτέ πάρα πολύ κανένα.
Αν κρατιέσαι πάντα ορθός όταν δεν σου ’χει τίποτε απομείνει παρά η θέληση
κράζοντας σε νεύρα και καρδιά και μυαλό «βαστάτε».
Τότε άνθρωπος θα ’σαι αληθινός κι όλη η γη θα ’ναι δική σου.
Κι εμείς προσθέτουμε: Αν…
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ




