Έρχονται στη μνήμη μου, σαν μια παλιά ελληνική κινηματογραφική ταινία, τα παλιά εκείνα αξέχαστα παιδικά μου χρόνια, που πήγαινα με τους αξέχαστους γονείς μου Σάββα και Βαλεντίνη Τσαγγαρίδου στον παραδεισένιο Αγρό, την περίοδο των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, τα Κάλαντα και τα Θεοφάνια. Πώς μπορώ να ξεχάσω, όταν ακόμη ήμουν επτά χρονών, που πήγαινα στην εκκλησία Ελεούσης Αγρού και φορούσα τα άμφια και κρατούσα τα εξαπτέρυγα την ημέρα των Χριστουγέννων.
Όταν τελείωνε η εκκλησία, αφού μεταλαμβάναμε των αχράντων μυστηρίων, πηγαίναμε στο σπίτι της αλησμόνητης αδελφής του πατέρα μου Αιμιλίας και του αξέχαστου θείου μου Όμηρου Πισσαρίδη, ακόμη και με τον αείμνηστο παππού μου Γιάννη Νικόλα Κουτσού Τσαγγάρη και γιαγιά μου Μαρία Κλήρου, για να απολαύσουμε το πλούσιο παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο τραπέζι από γουρουνόπουλο, αρνάκι γάλακτος, γαλοπούλα με παραγέμιση, γεννόπιτες με μέλι, ζαλατίνα και άφθονο κρασί. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον παππού μου Γιαννή Τσαγγάρη, που έπινε ένα κάρτο κρασί μονορούφι, που τραγουδούσε τσιατιστά τραγούδια και χόρευε καρτσιλαμάδες κ.ά. Τραγουδούσαμε με την ξαδέλφη μου Μαρούλα Πισσαρίδου αξέχαστες ελληνικές επιτυχίες περίοδοι 1944-1968. Καιρού επιτρέποντος, τα δειλινά παίζαμε παραδοσιακά παιγνίδια, λιγκρί, σιοινί, διτσίμι, γάιδαρο κ.ά.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πηγαίναμε στης αξέχαστης θείας μου Ζωής Μιχαήλ και θείου Γιάννη Μιχαήλ μαζί με τα ξαδέλφια μου να δειπνήσουμε, να φάμε τα παραδοσιακά ορεκτικά φαγητά, μαγιονέζα, γαλοπούλα, λουκάνικα στην τσιμινιά, τα ωραία εδέσματα γλυκά, σιαρλόττα, μαχαλλεπί και κάστανα. Βάζαμε πάνω στα κάρβουνα χλωρά φύλλα ελιάς, αν αναπηδούσε η ελιά, σημείο ότι κάποιος μας αγαπά! Η ώρα 12 κλείναμε τη λάμπα του πετρελαίου ή το ηλεκτρικό μετά το 1948 και πριν να περάσει ο νέος χρόνος, τραγουδούσαμε το πάει ο παλιός ο χρόνος. Μετά ασπαζόμασταν για το γούρι του καινούργιου χρόνου. Άλλο έθιμο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, βάζανε ένα στρογγυλό ξύλο επάνω στο πιθάρι, ένα πιάτο και μέσα ένα ποτήρι γεμάτο σιτάρι και μέσα ένα κερί, για να το ανάψει ο Άγιος Βασίλης. Μετά παίζαμε τριάντα ένα και πατητό μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς τρώγαμε το παραδοσιακό πλούσιο τραπέζι με τα παραδοσιακά χωριάτικα φαγητά, και κόβαμε τη βασιλόπιτα με το ασημένιο σελίνι, για τον τυχερό της νέας χρονιάς.
Τις πέντε του Γενάρη γυρίζανε οι παπάδες της Παναγίας Ελεούσης Αγρού και του Προδρόμου με την αγιαστούρα, καλάντιζαν όλα τα σπίτια του χωριού. Της Πάνω Γειτονιάς, της Μέσα Γειτονιάς και της Πέρα Γειτονιάς. Ένας μικρός με το σικλί, που του βάζανε μέσα γρόσια και ο άλλος με το φανάρι. Οι οικοδεσπότες τους κερνούσανε. Τα Φώτα μετά τη Λειτουργία εγίνετο ο Αγιασμός των Υδάτων στη Βρύση του Καούρου, από την εκκλησία της Παναγίας, και Αγιασμός της Βάπτισης του Χριστού στην Αναστασία, από την εκκλησία του Προδρόμου. Αυτά αναπολώ και λυπούμαι που δεν μπορώ να τα ξαναζήσω.





