Μέχρι το 2015 μπορεί να είμαστε σε θέση να επιστρέψουμε σε χαμηλό, αλλά με θετικό πρόσημο, ρυθμό ανάπτυξης, και με την ανεργία να εμφανίζει σταδιακά πτώση
Τα τραγικά γεγονότα του περασμένου Μαρτίου έχουν δημιουργήσει πολλά προβλήματα για την οικονομία της Κύπρου με οδυνηρές συνέπειες, τις οποίες έκτοτε όλοι βιώνουμε. Τα μέτρα λιτότητας, που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα της υπογραφής του Μνημονίου Συναντίληψης και η παρατεταμένη απώλεια της εμπιστοσύνης των καταθετών, από την οποία υποφέρει ο τραπεζικός τομέας, οδήγησαν σε μια τεράστια επιδείνωση των μακροοικονομικών και των άλλων οικονομικών δεικτών. Η ανεργία έχει εκτιναχθεί στα ύψη, ξεπερνώντας το 17% τον Οκτώβριο του 2013 και παρουσιάζοντας μαζί με την Ελλάδα και την Ολλανδία την υψηλότερη αύξηση σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν.
Μια απλή σύγκριση με τα επίπεδα του 3,7% όπου βρισκόταν η ανεργία το 2008, είναι αρκετή για να μπορέσει κάποιος να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος. Ο πραγματικός ρυθμός αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) αναμένεται να είναι αρνητικός και σε υψηλά επίπεδα για μια ακόμα χρονιά ύφεσης με συρρίκνωση της οικονομίας κατά σχεδόν 8%! Πρόσφατες εκτιμήσεις έδειξαν ότι η συρρίκνωση ανήλθε στο 5,7% κατά το τρίτο τρίμηνο του 2013 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2012. Το δημόσιο χρέος έχει φτάσει στο 98,3% του ΑΕΠ μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2013, συνεχίζοντας την ανοδική του τάση από το 2008 που ήταν 48,9% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να είναι κοντά στο 6%.
Απαισιόδοξη προοπτική
Όλα τα πιο πάνω δεδομένα απεικονίζουν, δυστυχώς, μια πολύ απαισιόδοξη προοπτική για την οικονομία και για το έτος 2014. Εντούτοις, πραγματικά δεν φαίνεται να υπάρχει πιο εύκολος δρόμος προς την ανάκαμψη. Η οικονομία μας χρειάζεται να περάσει μέσα από αυτήν τη σκληρή, αλλά αναγκαία προσαρμογή προτού μπορέσουμε να δούμε καλύτερες μέρες. Έτσι, επιβάλλεται όπως εξακολουθήσουμε να εφαρμόζουμε όλα τα απαραίτητα μεταρρυθμιστικά μέτρα που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο Συναντίληψης, δηλαδή την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα, τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών, καθώς και την εφαρμογή των μακροχρόνιων διαρθρωτικών μέτρων.
Και σίγουρα θα πρέπει να κρατήσουμε το δημόσιο χρέος μας υπό έλεγχον και μέσα σε επίπεδα που το καθιστούν βιώσιμο. Αν δεν επιτευχθεί αυτό, τότε αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για τις μελλοντικές προοπτικές της οικονομίας μας, με μια σειρά από αρνητικές συνέπειες. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να θέσουμε σε εφαρμογή μέτρα για την αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων από την εφαρμογή του Μνημονίου και να προωθήσουμε την ανάπτυξη ακολουθώντας συγκεκριμένα ενδιάμεσα σχέδια. Ποια θα μπορούσαν να είναι μερικά από τα μέτρα αυτά;
Ως αρχή, να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην καινοτομία και την επιχειρηματικότητα και σε αυτόν τον τομέα μπορούμε να μάθουμε πολλά από τη γειτονική μας χώρα, το Ισραήλ. Θα μπορούσαμε, επίσης, κάλλιστα να μειώσουμε τη γραφειοκρατία που αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την εισροή ξένων επενδύσεων. Θα πρέπει να στραφούμε και σε άλλους τομείς της απασχόλησης, ίσως και στον τομέα της τεχνολογίας και είναι καιρός να δημιουργήσουμε, επιτέλους, ένα τεχνολογικό πάρκο. Προφανώς υπολογίζουμε πολύ στις προοπτικές των ενεργειακών μας πόρων, όπως το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Και θα πρέπει να κινηθούμε γρήγορα με τη δημιουργία καζίνων, που θα μπορούσαν να αποδώσουν σημαντικά έσοδα για την οικονομία μας, σε μια εποχή που είναι τόσο αναγκαία.
Επανάκτηση εμπιστοσύνης
O τομέας των υπηρεσιών, και ιδιαίτερα ο τραπεζικός τομέας, χρειάζεται να επανακτήσει τη χαμένη του αυτοπεποίθηση και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και των καταθετών. Αναμφίβολα, η τελευταία αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Κυβέρνησης κατά μία μονάδα από τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poor's (S&P) στο B- από το CCC+, αποτελεί βήμα προς την ορθή κατεύθυνση. Οι εμπορικές τράπεζες, ακόμη και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), πρέπει να βελτιώσουν τις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης, και επιβάλλεται να υπάρχει πιο αποτελεσματική εποπτεία από την ΚΤΚ. Η βελτίωση της εμπιστοσύνης στο σύστημα θα άμβλυνε το πρόβλημα ρευστότητας και θα προσέλκυε ξένες επενδύσεις. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η απόσυρση καταθέσεων έχει επιβραδυνθεί. Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες είναι το πώς να χειριστούν σωστά, και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους, δεδομένου ότι αυτό έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια.
Πρόσφατα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ποσοστά των μη εξυπηρετούμενων δανείων της Τράπεζας Κύπρου, της Ελληνικής Τράπεζας και των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων είναι 48%, 43,6% και 40%, αντίστοιχα. Ένας τρόπος με τον οποίο το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται είναι με τη δημιουργία ειδικής μονάδας στο πλαίσιο της λειτουργίας της τράπεζας που θα διαθέτει την απαραίτητη εξειδίκευση και εμπειρογνωμοσύνη στη χρηματοδότηση έργων και θα είναι σε θέση να διακρίνει τα βιώσιμα από τα μη βιώσιμα έργα. Έργα που θα κρίνονται ως βιώσιμα πρέπει να αναδιαρθρώνονται, είτε μέσω της επέκτασης της αποπληρωμής του δανείου ή ακόμα και με μια σταδιακή μείωση των δανειστικών επιτοκίων. Για τα μη βιώσιμα έργα, οι τράπεζες θα πρέπει να προβαίνουν στη λήψη όλων των προσφερόμενων μέτρων για να πάρουν πίσω αυτά που δικαιούνται, προστατεύοντας όμως την πρώτη κατοικία.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο
Βέβαια, το μεγαλύτερο εμπόδιο προς την ανάκαμψη της οικονομίας μας είναι πώς να εξασφαλίσουμε την αναγκαία χρηματοδότηση. Οι τράπεζες θα πρέπει να προβούν σε απομόχλευση και δεν θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν την αγορά στο εγγύς μέλλον. Σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, το χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων του τραπεζικού μας συστήματος έχει συρρικνωθεί στα €63.3 δισεκατομμύρια, σημειώνοντας μείωση κατά 12,1% σε σχέση με πέρυσι. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης, όπως είναι οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ), τα Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών ή Καινοτόμα Κεφάλαια ή Κεφάλαια Επιχειρηματικού Κινδύνου (Venture Capital Funds), κ.λπ., όπου μπορούμε να προσφέρουμε διαχείριση αυτών των κεφαλαίων, ακόμα και τη διοίκηση των ταμείων.
Θα πρέπει, επίσης, να κάνουμε καλύτερη χρήση των διαρθρωτικών ταμείων της Ε.Ε., ιδιαίτερα για τη στήριξη των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και προς αυτήν την κατεύθυνση η πρόσφατη συμφωνία δανείου μεταξύ της Κυπριακής Κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπD) είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπάρχει ανάγκη περισσότερων παρόμοιων προγραμμάτων. Από δημοσιονομικής πλευράς φαίνεται ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι, αλλά οι δανειστές μας ασκούν μεγαλύτερη πίεση σ' εμάς για να ολοκληρώσουμε τις μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί για τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας (παρεχόμενη φροντίδα υγείας, συνταξιοδοτικό, φορολογική συμμόρφωση και συλλογή φόρων, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και ιδιωτικοποίηση κρατικών και ημικρατικών οργανισμών).
Δύσκολη χρονιά
Όπως επεσήμανα στην αρχή του άρθρου, αναμένω ότι το 2014 θα είναι μια ακόμη δύσκολη χρονιά, με την ανεργία να συνεχίσει να αυξάνεται και να φθάνει σχεδόν στο 20%, με το πραγματικό ποσοστό αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος να παραμένει αρνητικό σε επίπεδα μόλις κάτω του 5%. Ωστόσο, εάν εν τω μεταξύ θα έχουμε εφαρμόσει με επιτυχία όλα τα παραπάνω μέτρα και εισηγήσεις, και εάν οι Οίκοι Αξιολόγησης προβούν σε περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής μας ικανότητας και υπάρξει προσέλκυση ξένων επενδύσεων, τότε μέχρι το 2015 μπορεί να είμαστε σε θέση να επιστρέψουμε σε χαμηλό, αλλά με θετικό πρόσημο, ρυθμό ανάπτυξης, και με την ανεργία να εμφανίζει σταδιακά πτώση.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής στον τομέα των Χρηματοοικονομικών στο Cyprus International Institute of Management (CIIM) και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος στα Χρηματοοικονομικά και Τραπεζικά (MSc in Finance & Banking)




