Να ήταν η ώρα της Χάριτος; Θείο φως, χριστουγεννιάτικο άστραψε στην καρδιά και στη ζωή τους. Η απόφαση είχε παρθεί…

Το σπίτι πήρε τη γιορτινή του όψη. Τα τρίτα Χριστούγεννα, που θα γιορτάσουν στο καινούργιο τους σπιτικό η Μαίρη κι ο Αλέκος.
Φρέσκα λουλούδια στα βάζα. Ένα χριστουγεννιάτικο ψεύτικο δέντρο στη γωνιά. Κι η φάτνη με το θείο Βρέφος, την Παναγία Μητέρα, τον ταπεινό Ιωσήφ, τους γονατιστούς βοσκούς, τους αγγέλους, το βόδι, τα πρόβατα... Μια όμορφη φάτνη, φωτισμένη με πολύχρωμα λαμπιόνια. Φώτα πολλά. Η μεγάλη σάλα αστράφτει χαρούμενη ατμόσφαιρα, γιορτινή. Μέσα στην κουζίνα η Μαίρη, η οικοδέσποινα, παλεύει. Παλεύει από το πρωί. Σε λίγη ώρα το τραπέζι θα στρωθεί μ’ όλες τις λιχουδιές που επιβάλλει η μέρα. Και το επιστέγασμα η παραγεμιστή γαλοπούλα. Η κοπιαστική προετοιμασία έφτασε στο τέλος.

Σε λίγο η ανοικτή εξώπορτα δέχεται τους προσκεκλημένους. Είναι όλοι τους νεαρά ζευγάρια. Η Μαίρη και ο άντρας της, ο Αλέκος, τους καλωσορίζουν εγκάρδια. Τους βάζουν στο πλούσιο σαλόνι τους. Τους δίνουν τις θέσεις. Είναι ώρα για χαρά... Είναι μέρα για ευφροσύνη. Μα η Μαίρη κι ο Αλέκος συλλογίζονται μέσα τους τούς πρώτους μήνες του γάμου τους, που υπήρχε αληθινή χαρά. Τώρα όμως τι παριστάνουν; Τι ρόλο θα παίξουν απόψε; Πέντε ζευγάρια γύρω στο τραπέζι τους... Αυτοί όμως κάνουν ένα αληθινό ζευγάρι, τρία χρόνια μετά τον γάμο τους; Κρύβουν τη στενοχώρια τους... Πρέπει να δείξουν χαρά... να δείξουν. Το τι δείχνουν έχει σημασία, το πώς φαίνονται. Το τι νιώθουν δεν είναι για την ώρα τούτη.

Τι τραγούδια, τι αστεία, τι γέλια, τι χοροί, τι πλούσιο φαγοπότι... «Στην υγειά σας! Να ζήσετε! Και του χρόνου!». Οι ευχές δονούσαν την ατμόσφαιρα.
Λίγες ώρες αργότερα, όταν οι καλεσμένοι τους έφυγαν, πετάνε από πάνω τους την ψεύτικη μάσκα, που φόραγαν για την περίσταση και αντιμετωπίζουν πάλι κατάματα την πραγματικότητα: Την γκρίνια, την ασυμφωνία, την απουσία χαράς. Απόψε κρατήθηκαν. Δεν έκαναν καβγά για να μην ντροπιαστούν μπρος σε τόσους ανθρώπους. Μέσα τους όμως αναδεύει το κακό. Η Μαίρη κουρασμένη, λυπημένη, σχεδόν βούλιαξε την πολυθρόνα κοντά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το κεφάλι της βουΐζει. Η καρδιά της είναι γεμάτη ανία, βαρυθυμία. Ξαφνικά το τηλέφωνο κτυπά. Διστάζει να το πάρει. Στο τέλος άκεφα σηκώνει το ακουστικό. Ήταν η μάνα της από το χωριό.

-Μαίρη, κορούλα μου, χρόνια πολλά κι ευλογημένα. Να δώσει ο Θεός σύντομα παιδικές φωνές ν’ αντιλαλήσουν και να γεμίσουν το σπιτικό σας. Στης καρδιάς μας τη φάτνη σαν γεννηθεί ο Χριστός, τότε όλα είναι όμορφα, καθαρά, ζεστά και χαρούμενα. Τις ευχές έχετε και του πατέρα σας. Φίλησέ μας τον Αλέκο.
-Μάνα, σ’ ευχαριστώ. Έχετε και τις δικές μας ευχές. Πότε θα μας έρθετε;

Η καρδιά της Μαίρης γοργοκτυπά... Κοιτάζει μια το Θείο Βρέφος και μια τη στοργική Μανούλα του, την Παναγία μας. Να ήταν άραγε τώρα η ώρα της Χάριτος; Θείο φως άστραψε μέσα της. Όρθια με τις χούφτες σφιγμένες στα μάγουλα αναθυμάται όμορφα παιδικά βιώματα στο φτωχικό, αλλά μονοιασμένο σπίτι τους. Αναθυμάται Χριστούγεννα στην ολόφωτη εκκλησιά τους, τη Χρυσοπαντάνασσα και με πόση ευλάβεια, ένας-ένας, κοινωνούσαν οι γονείς και όλα τα αδέλφια της. Στ’ αφτιά της αντηχάει δυνατά «Στης καρδιάς μας τη φάτνη σαν γεννηθεί ο Χριστός, τότε όλα είναι όμορφα, καθαρά, ζεστά και χαρούμενα»...

Μνήμες αναδεύονται. Οράματα μπερδεύονται. Ελπίδες ανεμίζουν. Τραβάει αποφασιστικά για το δωμάτιό τους. Εκεί βρίσκει τον Αλέκο. Αμίλητος, σκυθρωπός καθόταν σε μια πολυθρόνα. Είχε γύρει το κεφάλι.
-Αλέκο μου -κι είχε τόσο καιρό να τον πει Αλέκο μου- νομίζω ότι πρέπει πάλι να ξανακτίσουμε την ευτυχία μας απαρχής. Συγχώρα με για ό,τι δεν πρόσφερα την ευτυχία μας.
Εκείνος ξαφνιασμένος απάντησε:
-Ναι, και το δικό μου φταίξιμο είναι μεγάλο. Ναι, να ξανακτίσουμε την ευτυχία μας. Μα πώς;
-Στης καρδιάς μας τη φάτνη σαν γεννηθεί ο Χριστός, λέει η μάνα, τότε όλα είναι όμορφα, καθαρά, ζεστά και χαρούμενα.
Να ήταν η ώρα της Χάριτος; Θείο φως, χριστουγεννιάτικο άστραψε στην καρδιά και στη ζωή τους. Η απόφαση είχε παρθεί.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
Φιλόλογος