Για την Κυπριακή Δημοκρατία, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004, σημασία προέχουσα έπρεπε να έχει όχι μόνο το ζήτημα της προόδου της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, αλλά το υπέρτερο και σοβαρότερο ζήτημα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής τμήματος εδάφους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στρατιωτική κατοχή, εκτοπισμός, διαίρεση και εποικισμός, που αποτελούν σαφή παραβίαση Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, ενώ ταυτόχρονα επιφέρουν σωρευτική παραβίαση και πολλών άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που προστατεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση και ήδη υπέδειξε από το 2001 η τέταρτη Διακρατική Προσφυγή Κύπρου κατά Τουρκίας.
Άγνωστο γιατί, για δέκα τώρα χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αξίωσε από το Συμβούλιο των Αρχηγών των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως παρέλειψε και στο τελευταίο μόλις προχθές), να καταστήσει το ζήτημα τούτο ως πρώτιστο θέμα, ώστε η επίλυσή του να αποτελούσε για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαίωση των αρχών και αξιών, επί των οποίων και θεμελιώθηκε η ίδια. Η προβλεπόμενη άλλωστε από τη συνθήκη της Λισαβόνας κοινοτική αλληλεγγύη έπρεπε να ήταν ζήτημα διεκδίκησης, ώστε να τύχει άμεσης εφαρμογής η επέκταση του κοινοτικού κεκτημένου σ’ ολόκληρη την επικράτεια της Κύπρου, άρα και στο υπό κατοχήν της Τουρκίας έδαφος της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παραλείπουμε εμείς οι ίδιοι, ηττοπαθώς και εθελότυφλα, να διεκδικήσουμε ό,τι πραγματικά δικαιούμαστε, υπό την πεπλανημένη άποψη ότι πρέπει να παραμείνουμε αμετακίνητοι, ως καλά παιδιά, στην ίδια τακτική των σαράντα χρόνων γιατί, δήθεν, το κλειδί της λύσης βρίσκεται στην Άγκυρα, η οποία «πρέπει» να πιστώνεται από Ελλάδα και Κύπρο με καλές δήθεν προθέσεις. Η Τουρκία όμως σταθερά αναφέρεται σε δύο κράτη, δύο λαούς και δύο διοικήσεις, ενώ εμείς περί άλλα τυρβάζουμε, αναζητώντας ερμηνείες όρων για ένα κοινό ανακοινωθέν, αντί να αναδεικνύουμε συνεχώς την Τουρκία ως ένοχη παραβιάσεων του Διεθνούς αλλά και του Κοινοτικού Δικαίου.
Όμως η όλη στάση μας δεν είναι μόνο πολιτικό στρατηγικό σφάλμα. Είναι παράλληλα σαφέστατη παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης κατά το ίδιο το Σύνταγμά μας, του οποίου την προστασία και αυστηρή τήρηση διαβεβαιώνουν ο Πρόεδρος, οι βουλευτές και οι Υπουργοί της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ανάληψη των καθηκόντων τους. Πολύ δε περισσότερο όταν, με την πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματός μας, εισήχθη ως Άρθρο 1Α αυτού, η κοινή υποχρέωση για κάθε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθιερώσει, με το εσωτερικό δίκαιό της, την οφειλόμενη εκ της ιδιότητας του Μέλους υπεροχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτσι η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των θεσμών και του δικαίου της Ένωσης, το Γιούρογκρουπ απαιτεί για την υπαγομένη στη ζώνη του ευρώ Κυπριακή Δημοκρατία «κουρά» καταθέσεων και επιφέρει, διά των απαιτήσεων της Τρόικας, ανέχεια και δυστυχία σε ένα κράτος και τον λαό του. Δυστυχώς, όμως, η πολιτική ηγεσία μας δεν αξιοποιεί τα όσα υπάρχουν δικαιώματα υπέρ της Κύπρου, παρά τη διαπιστωμένη δύναμη και σημασία του κεκτημένου από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Αποστολίδη v. Όραμς.
Είχε και έχει (χωρίς όμως να εκπληρώσει σε άρτιο και πλήρη βαθμό) η ηγεσία του τόπου υποχρέωση και οφειλόμενο καθήκον να προκαλέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, να σταθεί στις δικές της υποχρεώσεις. Ας καταγγελθεί, ως οφειλόμενο καθήκον, έστω και τώρα στο Συμβούλιο των Ηγετών των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Τουρκία, ως χώρα που συμπεριφέρεται έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας ως παραβάτης του Διεθνούς Δικαίου και παράνομος κατακτητής ευρωπαϊκού εδάφους, ώστε να υποστεί τις συνέπειες.
Ιδιαίτερα, μάλιστα, γιατί διακηρύσσει με θράσος αλλά και με απαξιωτική στάση, έναντι όλης της ένωσης κρατών της Ευρώπης, ότι δεν αναγνωρίζει ένα Κράτος Μέλος της, ενώ αναμένει υπέρ αυτής αποφάσεις από τα 28 Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα και άμεσα, όμως, ο ίδιος ο κυπριακός λαός πρέπει να επαναφέρει, ως μορφή αγώνα διεκδίκησης, παραδείγματα από τους δικούς του παλαιότερους αγώνες υπέρ ελευθερίας και δικαιοσύνης, και ας παραδειγματιστεί πρόσθετα και εφαρμόσει τη δύναμη της λαϊκής κυριαρχίας, όπως προκύπτει και με τις χιλιάδες διαμαρτυρομένων Ουκρανών, οι οποίοι κατάφεραν να «αναμείξουν» και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη διεκδίκησή τους. Τούτο, μάλιστα, ενώ δεν είναι αυτός ο λαός μέρος του συνόλου των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα, κυρίαρχε λαέ, πρέπει άμεσα να πάρεις για μιαν ακόμη φορά την τύχη του μέλλοντός σου στα δικά σου χέρια, όπως με το ΟΧΙ του 2004.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




