Δεδομένου ότι έχει γίνει αποδεκτό πως τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες ανήκουν και στις δύο κοινότητες, γιατί οι αποζημιώσεις αυτές να μην καταβληθούν από το σχετικό ταμείο;

Το θέμα της καταβολής αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης σε ιδιοκτήτες περιουσιών που βρίσκονται στα κατεχόμενα επανέρχεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα, αλλά καμιά λύση δεν έχει δοθεί μέχρι στιγμής. Με δύο προτάσεις νόμου, οι οποίες κατατέθηκαν από το 2012 στη Βουλή των Αντιπροσώπων εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, προτείνονται:

α) η δημιουργία Συμβουλίου Αποζημιώσεων για την απώλεια χρήσης τέτοιων περιουσιών και

β) η «αντικατάστασή» των με κρατικές περιουσίες στις ελεύθερες περιοχές μέσω του Συμβουλίου Αντικατάστασης Περιουσιών.

Την πρόθεση της Κυβέρνησης για προώθηση νομοθεσίας για καταβολή αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης έχει διατυπώσει κατά καιρούς και ο Υπουργός Εσωτερικών.

Η καταβολή τέτοιων αποζημιώσεων δεν είναι, βεβαίως, υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά της Τουρκίας, ως κατοχικής δύναμης, όπως έχει αναγνωρίσει και το ΕΔΑΔ σε σειρά αποφάσεών του. Δυστυχώς, η Τουρκία αρνείται να καταβάλει τις αποζημιώσεις τις οποίες επιδίκασε το Δικαστήριο, γεγονός το οποίο καυτηριάζεται συστηματικά από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Η υποχρέωση της Τουρκίας, μέσω των «αρχών» της «ΤΔΒΚ», να καταβάλει αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης, αναγνωρίζεται ακόμα και από τον «περί Αποζημίωσης, Ανταλλαγής και Αποκατάστασης Ακίνητης Περιουσίας» «Νόμο» 67/2005 της «ΤΔΒΚ», με τον οποίο ιδρύθηκε η Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8 του «Νόμου» προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν ο αιτητής απαιτεί αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης, η Επιτροπή αποφασίζει σχετικά.

Με την ίδια λογική και οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις προς τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες για την απώλεια χρήσης των περιουσιών τους που βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές θα πρέπει να καταβάλλονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό εξάλλου εξυπακούεται και στον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) Νόμο 139/91, του οποίου το άρθρο 6Α(4) προβλέπει:

«Σε περίπτωση που σε αγωγή δυνάμει του παρόντος άρθρου το δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντος, αυτός δικαιούται σε

α) αποζημιώσεις για τυχόν χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα, και δαπάνες…

β) αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης …»

Ως αποτέλεσμα της απόφασης του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Δημόπουλος κ.α. ν Τουρκία με την οποία αναγνωρίστηκε η δικαιοδοσία της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας των κατεχομένων, η μόνη διαθέσιμη οδός σήμερα για διεκδίκηση τέτοιων αποζημιώσεων από τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες είναι η προσφυγή τους στην Επιτροπή. Σε τέτοια περίπτωση οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να αποδεχθούν τις εξευτελιστικά χαμηλές τιμές που τους προσφέρονται και μάλιστα με εγκατάλειψη του τίτλου της περιουσίας των προς όφελος της «ΤΔΒΚ» και τον συμψηφισμό της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους με την αποζημίωση για απώλεια χρήσης.

Είναι φανερό ότι, αν εξευρεθεί τρόπος για αποζημίωση των Ελληνοκύπριων ιδιοκτητών από την Κυπριακή Δημοκρατία, θα πρέπει, σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού, τα σχετικά ποσά να διεκδικηθούν από την Τουρκία.

Δεδομένου ότι έχει γίνει αποδεκτό πως τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες ανήκουν και στις δύο κοινότητες, γιατί οι αποζημιώσεις αυτές να μην καταβληθούν από το σχετικό ταμείο; Σε τέτοια περίπτωση τα ποσά αυτά θα μπορούσαν να αφαιρεθούν από το μερίδιο το οποίο θα δικαιούνται οι Τουρκοκύπριοι. Ταυτόχρονα, οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες περιουσιών στις ελεύθερες περιοχές θα μπορούσαν να αποζημιωθούν από το ίδιο ταμείο.

Με βάση το άρθρο 4(2) του περί του Εθνικού Ταμείου Επενδύσεων και του Κυπριακού Οργανισμού Διαχείρισης Επενδύσεων Νόμου 33(Ι) του 2019, τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν:

α) για τη δημιουργία μιας εναλλακτικής σταθερής ροής εισοδημάτων για τον Κρατικό Προϋπολογισμό,

(β) τη μείωση του χρέους της Κυβέρνησης και

(γ) την επένδυση των πλεονασμάτων για την εξασφάλιση των μελλοντικών γενεών ή άλλων μακροπρόθεσμων στόχων.

Έχω την άποψη ότι μπορεί να γίνει επίκληση του πιο πάνω άρθρου και ειδικά της παραγράφου (β) για υλοποίηση της πρότασής μου. Αν όχι, θα μπορούσε να γίνει σχετική τροποποίηση του νόμου.

Αν και δεν ισχυρίζομαι ότι η πρόταση θα επιλύσει οριστικά ένα τόσο περίπλοκο θέμα, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, συζητώ εν εκτάσει στο βιβλίο μου «The property issue in the Cyprus problem - A technocratic approach», θεωρώ ότι αυτή αξίζει τον κόπο να προβληματίσει την Κυβέρνηση και τη Βουλή.

ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΣΥΜΕΟΥ
LLB, MSc (ULA), ARICS
Επισκέπτης Λέκτορας,
Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου