Ο τρόπος αντίδρασης του Λονδίνου τους πρώτους  κρίσιμους μήνες της κυπριακής εξέγερσης έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στην ΕΟΚΑ να ριζώσει και να κερδίσει τη συμπαράσταση του κυπριακού Ελληνισμού

Στις 04:25 τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου 1955, ο Κυβερνήτης της Κύπρου, σερ Ρόμπερντ Άρμιτεϊτζ, έστελνε το πρώτο τηλεγράφημα στον Υπουργό Αποικιών, Άλαν Λένοξ Μπόιντ. Στο υπ’ αριθμόν 182 κατεπείγον και εμπιστευτικό τηλεγράφημα, ο Κυβερνήτης ανέφερε συνοπτικά τα «σαμποτάζ» που είχαν συμβεί μεταξύ των ωρών 00:45 και 01:15. Ο Υπουργός Αποικιών απάντησε στις 12:05 το μεσημέρι της ίδιας μέρας «βαθιά σοκαρισμένος». Χαρακτήριζε τις δολιοφθορές «απαίσιες και ανεύθυνες πράξεις» και ζητούσε επιτακτικά από τον Κυβερνήτη να λάβει μέτρα.

Ο Άρμιτεϊτζ φαίνεται να είχε βρεθεί στριμωγμένος, καθώς το Υπουργείο Αποικιών υπονοούσε ότι δεν είχε λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποτρέψει τα επεισόδια της 1ης Απριλίου. Στις 14 και 26 Μαΐου, έχοντας πλέον μια πιο ξεκάθαρη εικόνα, ο Κυβερνήτης έστειλε δύο εκτενείς αναφορές στο Υπουργείο Αποικιών. Είναι σημαντικές γιατί σε αυτές εντοπίζεται ο τρόπος πρόσληψης των γεγονότων εκ μέρους του.

Στην έκθεση προέβαινε σε μια ουσιαστική παραδοχή: «Η γενική κατάσταση της [αποικιακής] Κυβέρνησης είναι σίγουρα χειρότερη από οποιαδήποτε άλλη φορά. Έχει απολέσει την εμπιστοσύνη μεγάλης μερίδας της τουρκικής κοινότητας γιατί δεν έχει λάβει μέτρα εναντίον όσων οι Τούρκοι θεωρούν ως προφανείς υπαίτιους της βίαιης εκστρατείας.

Αντίστοιχα έχει απολέσει ακόμα περισσότερο έδαφος σε όσους είναι φιλο-κυβερνητικοί και οι οποίοι θεωρούν ότι μια σταθερή πολιτική είναι η απάντηση στην παρούσα κατάσταση. […] Οι περισσότεροι κυβερνητικοί υπάλληλοι αισθάνονται τώρα ότι η Ένωση είναι μόνο θέμα χρόνου».

Ο Κυβερνήτης πρότεινε δραστικά μέτρα, ώστε η αποικιακή κυβέρνηση να παρουσιαζόταν αποφασισμένη και να κέρδιζε έδαφος. Θεωρώντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος και ο Μητροπολίτης Κυρηνείας ήταν «μπλεγμένοι» στα πρόσφατα γεγονότα, εισηγήθηκε «να συλληφθούν και να εκτοπιστούν χωρίς δισταγμό σε κάποιο μέρος εκτός του νησιού απ' όπου δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην Κύπρο ή στην Ελλάδα».

Συνέστησε, λοιπόν, «την εξορία τέτοιων ατόμων σε μια μακρινή βρετανική περιοχή όπως ο Μαυρίκιος ή οι Σεϋχέλλες». Η σημασία της αναφοράς είναι ότι ήδη από τις 14 Μαΐου 1955, ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της δράσης της ΕΟΚΑ, είχαν διατυπωθεί σαφείς απόψεις για εξορία του Μακαρίου και του Κυρηνείας, κάτι που τελικά θα πραγματοποιηθεί μετά από 10 μήνες, τον Μάρτιο του 1956.

Στις 26 Μαΐου 1955, την ημέρα των γενικών εκλογών στη Βρετανία οι οποίες τελικά θα αναδείκνυαν ξανά νικητές τους Συντηρητικούς, ο Κυβερνήτης έστελνε τη δεύτερη έκθεσή του στο Λονδίνο. Σε αυτή, θεωρούσε ότι η συντριπτική πλειονότητα των Κυπρίων συντασσόταν με την Εθναρχία. Το ΑΚΕΛ, έγραφε, ενώ λεκτικά υποστήριζε την Ένωση, ήταν έτοιμο να υποστηρίξει ένα σύνταγμα αυτοκυβέρνησης, αν έβλεπε ότι του παρείχε τη δυνατότητα να κερδίσει δύναμη και εξουσία.

Η εισήγηση με την οποία έκλεινε την έκθεσή του, ήταν να προσέφερε η Βρετανία μεταβατικό σύνταγμα αυτοκυβέρνησης και μετά από είκοσι χρόνια να συζητούσε με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των Κυπρίων την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης. Η εισήγηση όμως ήταν υστερόβουλη: «Αν κανείς μπορέσει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό σύνταγμα […], οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Κυπρίων δεν θα θέλουν εκείνη τη χρονική στιγμή να ενωθούν με την Ελλάδα».

Σκοπός, άρα, του κυβερνήτη ήταν να κερδίσει χρόνο θέτοντας σε εφαρμογή ένα λειτουργικό σύνταγμα, ορίζοντας ταυτόχρονα ένα σαφές χρονικό όριο με την πάροδο του οποίου θα εξεταζόταν η αυτοδιάθεση. Το σχόλιο της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα στις προτάσεις του Άρμιτεϊτζ και κυρίως στη σχέση μάνας-κόρης (Ελλάδας-Κύπρου) ήταν εύγλωττο:

Έπρεπε να πείσουν τους Έλληνες ότι «είναι κάποιες φορές καλό για τα κορίτσια να πάνε στο Οικοτροφείο συνοδεία ενός φιλάνθρωπου θείου και να μάθουν να στέκονται στα δικά τους πόδια, πριν αποφασίσουν αν θέλουν ή όχι να επιστρέψουν στη μάνα τους».

Ο Άρμιτεϊτζ, ο οποίος θα αντικατασταθεί τελικά από τον στρατάρχη Τζον Χάρντιγκ τον Οκτώβριο του 1955, ήταν ο Κυβερνήτης στους ώμους του οποίου έπεσε το βαρύ φορτίο να αντιμετωπίσει το ξαφνικό ξέσπασμα μιας επανάστασης στην Κύπρο. Ο τρόπος αντίδρασής του, αλλά και ο τρόπος αντίδρασης του Λονδίνου τους πρώτους κρίσιμους μήνες της κυπριακής εξέγερσης, έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στην ΕΟΚΑ να ριζώσει και να κερδίσει τη συμπαράσταση του κυπριακού Ελληνισμού.

Ενώ το Λονδίνο έψαχνε στην Αθήνα, στο αθηναϊκό ραδιόφωνο, στον Τύπο και την Εθναρχία τους «υποκινητές στη βία», ενώ αναλωνόταν σε πολιτικές αλχημείες και σκέψεις εισαγωγής «λειτουργικού συντάγματος» εν μέσω θύελλας για να εξαγοράσει χρόνο, η ΕΟΚΑ δικτυωνόταν. Όταν στις 26 Οκτωβρίου 1955 οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν επιτέλους τη σοβαρότητα της κατάστασης και ο Χάρντινγκ κήρυξε το νησί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, σηματοδοτώντας ουσιαστικά την περίοδο των σκληρών κατασταλτικών μέτρων, η ένοπλη οργάνωση είχε ήδη κερδίσει αρκετό χρόνο.

Ο αρχικός αιφνιδιασμός και η μουδιασμένη αντίδραση των Βρετανών τους πρώτους μήνες δράσης της ΕΟΚΑ ήταν παράγοντες που, μεταξύ άλλων, έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της Οργάνωσης στην αναμέτρηση με τους Βρετανούς για Ένωση και Ελευθερία.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ειδικός Επιστήμονας,
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας,
Πανεπιστήμιο Κύπρου