Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΒΟΥΛΗ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΔΙΑΦΥΛΑΞΟΥΝ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Ουδείς μπορεί να υποκαταστήσει τη δεδηλωμένη, με την ψήφο του λαού, προτίμηση για το ποσοστό που έλαβε το κάθε κόμμα στις εκλογές του 2016
Η Βουλή των Αντιπροσώπων είναι μια εκ των τριών ανεξαρτήτων και διακρινόμενων εξουσιών και, κατά τη δομή και λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει εξουσία να νομοθετεί για κάθε θέμα. Πρόσθετα η Βουλή, κατά το Σύνταγμα, έχει εξουσία πέρα από το νομοθετικό της έργο να λαμβάνει κάθε πολιτική «απόφαση» (Άρθρα 78 και 82) που κρίνει αναγκαία και η οποία δημοσιεύεται, επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα. Εξουσία που της επιτρέπει να ρυθμίζει πολλά θέματα στα του οίκου της, όπως για παράδειγμα ορισμό και επιλογή μόνιμου αναπληρωτή Προέδρου (αντί να γίνεται αναπλήρωση από τον εκάστοτε αρχαιότερο). Είναι δε η εκ του λαού εκλεγόμενη εξουσία, που απεικονίζει κατά τη σύνθεσή της την όλη κομματική εκπροσώπηση των πολιτικών απόψεων του λαού.
Ως γνωστόν, το ίδιο το Σύνταγμα στο Άρθρο 62 καθόρισε τον αριθμό των βουλευτικών εδρών σε πενήντα σε αναλογία 70% Ελληνοκύπριοι και 30% Τουρκοκύπριοι (δηλαδή 35 με 15). Το ίδιο το Άρθρο αυτό προβλέπει εξουσία στη Βουλή, ώστε με «απόφασή» της, που μπορούσε να ληφθεί κατά πλειοψηφία των 2/3 αντίστοιχα των βουλευτών της κάθε κοινότητας, να μεταβάλλει εάν το κρίνει αναγκαίο τον αριθμό των εδρών. Είναι με βάση αυτήν την πρόνοια που η Βουλή με απόφασή της κατά το δίκαιο της ανάγκης, αύξησε τον αριθμό των βουλευτικών εδρών σε 80, εκ των οποίων οι 56 έδρες καταμερίζονται στους Ελληνοκύπριους βουλευτές κατά το ποσοστό που το Σύνταγμα όρισε (70%).
Το να λειτουργεί η Βουλή με 55 βουλευτές, ενώ είναι 56 οι βουλευτικές έδρες, προφανώς αποτελεί ανωμαλία, πολιτική αλλά και συνταγματική, με ενδεχομένως απρόβλεπτα παρεπόμενα. Κύρια όμως ούτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως Εκτελεστική Εξουσία αλλά ούτε η Δικαστική Εξουσία μπορεί να ασχοληθεί ή να καθορίσει την κατανομή των βουλευτικών εδρών κατά την εκλογική δύναμη εκάστου κόμματος ως την αποφάσισε ο κυρίαρχος λαός στις καθιερωμένες ανά πενταετία βουλευτικές εκλογές.
Κατά το αναλογικό εκλογικό μας σύστημα, η καταμέτρηση ψήφων και η κατανομή των εδρών κατά την εκλογική δύναμη εκάστου κόμματος γίνεται από μη πολιτικό αρμόδιο περί τούτου όργανο, τον Έφορο Εκλογής, ο οποίος το 2016 στις τότε εκλογές προχώρησε στην προβλεπόμενη ονομαστική ανακήρυξη των 56 βουλευτών. Από την ανακήρυξή τους και χωρίς να υπάρξει η όποια δικαστική αμφισβήτηση, οι συγκεκριμένοι 56 από το σύνολο των υποψηφίων ήσαν βουλευτές και προς επιβεβαίωση τούτου δημοσιεύθηκαν ονομαστικά στην Επίσημη Εφημερίδα, ποιοι είναι οι 56 κατά την επιλογή των ψηφοφόρων, βουλευτές.
Άρα είχαμε έκτοτε με την καταμέτρηση των ψήφων και με την ανακήρυξη, 56 εκλελεγμένους βουλευτές και παρέμενε να συνεδριάσει η Βουλή στη πρώτη συνεδρίασή της μετά τις εκλογές, για να υπάρξει η προβλεπόμενη κατά το Σύνταγμα διαβεβαίωση και η εκλογή Πρόεδρου της Βουλής και η ανάληψη γενικά των καθηκόντων των 56 βουλευτών. Άρα ένας υποψήφιος, που ανακηρύσσεται από τον Έφορο Εκλογής ως βουλευτής, έχει την ιδιότητα αυτή προτού δώσει τη σχετική διαβεβαίωση με βάση τις ψήφους που έλαβε το κόμμα στο οποίο ανήκει και τους δικούς του σταυρούς προτίμησης. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι ο κάθε ανακηρυχθείς βουλευτής δίνει τη νενομισμένη και προβλεπόμενη από το Άρθρο 69 διαβεβαίωση, πριν αναλάβει τα καθήκοντά του. Η διαβεβαίωση είναι καθήκον που βαρύνει και αφορά, ήδη ανακηρυχθέντα βουλευτή.
Το Σύνταγμα επίσης προβλέπει ότι είναι δυνατό μια βουλευτική έδρα, για την οποία ανακηρύχθηκε από τον Έφορο Εκλογής ένας συγκεκριμένος υποψήφιος ως εκλεγείς βουλευτής, να κενωθεί, ανεξάρτητα εάν έδωσε ή όχι ο εν λόγω βουλευτής την κατά το Σύνταγμα διαβεβαίωση. Κενούται δε μια βουλευτική έδρα και για τον λόγον ότι υπήρξε «…παραίτησις του βουλευτή», που είναι ο κάθε ανακηρυχθείς από τον Έφορον. Απλή πολιτική ερμηνεία ήταν αρκετή έκτοτε και για το ότι μια ανακηρυχθείσα το 2016 βουλευτής, η κ. Ελένη Θεοχάρους, άσκησε το δικαίωμα παραίτησης ως είχε κατά το Σύνταγμα, πριν από την πρώτη συνεδρίαση της Βουλής και άρα πριν από τη διαβεβαίωση. Ήταν παραίτηση βουλευτή, ως ατομικό δικαίωμά του.
Από αυτήν την παραίτηση προέκυψε το λεγόμενο ζήτημα της 56ης έδρας. Ζήτημα αχρείαστο γιατί η συγκεκριμένη βουλευτική έδρα, που ήδη αποδόθηκε στην «Αλληλεγγύη» δυνάμει των εκλογικών ποσοστών, παρέμεινε, κατά το Σύνταγμα, δήθεν κενή λόγω της παραίτησης. Και όμως μπορούσε κατά τον Εκλογικό Νόμο, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, να πληρωθεί με τον επιλαχόντα του συγκεκριμένου κόμματος, στην ίδια Εκλογική Επαρχία, τη Λεμεσό, όπως και έγινε!
Το όλο ζήτημα έχει εξαιρετική πολιτική διάσταση, πέρα από την ερμηνεία του Συντάγματος και/ή του Εκλογικού Νόμου. Είναι ένα θέμα κύρους και νόμιμης συγκρότησης της Βουλής, όπως ο κυρίαρχος λαός διαμόρφωσε τη σύνθεσή της για να ισχύει σ’ όλη τη θητεία της Βουλής. Ανεξάρτητα με όσα υπήρξαν λάθη, πείσματα και ενίοτε μικροπολιτική, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αλλά και η ίδια η Βουλή έπρεπε προ πολλού να υπερβούν, χάριν σεβασμού προς τη λαϊκή επιλογή, τέτοιες αντιλήψεις ή χειρισμούς.
Όφειλαν και οφείλουν να διαφυλάξουν τη δημοκρατική επιλογή του λαού αλλά και το κύρος και τη νομιμότητα της λειτουργίας της Βουλής. Προσεκτική μελέτη της πρώτης απόφασης του Εκλογοδικείου επιτρέπει την άποψη ότι υπήρξαν σφάλματα με κυρίαρχο μάλιστα θέμα τη μη νομιμοποίηση του κ. Μιχαηλίδη, αφού ανήκε σε άλλο κομματικό κατάλογο υποψηφίων, που η σειρά τους εξαρτιόταν από τη σύγκριση των μεταξύ τους σταυρών προτίμησης. Ουδείς μπορεί να υποκαταστήσει τη δεδηλωμένη, με την ψήφο του λαού, προτίμηση για το ποσοστό που έλαβε το κάθε κόμμα στις εκλογές του 2016!
Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ορθές ή εσφαλμένες, δεν μπορούν να δώσουν λύση επί ενός τόσο σοβαρού και κατ’ εξοχήν πολιτικού θέματος παραίτησης βουλευτού και διαδοχής του. Οι εκλογές του 2016 ανέδειξαν Βουλή με ανακηρυχθέντες 56 βουλευτές και συνεπώς δεν πρέπει να λειτουργεί με μια έδρα κενή, ενώ επί παραίτησης βουλευτού ανακηρύσσεται ο επιλαχών του ιδίου κόμματος. Δεν χωρεί, λοιπόν, νέα εκλογική διαδικασία. Όσοι συνετέλεσαν σ’ αυτήν τη θεσμική ανωμαλία, πρέπει να συμβάλουν στην άμεση άρση της. Η όποια παράταση του προβλήματος αποτελεί ασυγχώρητη πολυτέλεια για ένα Κράτος, που σε βάρος του η Τουρκία προωθεί, συστηματικά, την επεκτατική πολιτική της.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




