Η υπόθεση της ασφάλειας υπάγεται στην ευθύνη του κράτους κατά τρόπο απόλυτο και αναμφισβήτητο και κατά ταύτα δεν επιτρέπεται η ιδεολογικοποίησή της, διότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην ίδια τη φύση και τον προορισμό της
Η σημερινή ελληνική Κυβέρνηση βρίσκεται ενώπιον μιας κλιμακούμενης εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής κρίσης, που άπτεται της νομιμοποιητικής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος σε μια κίνηση πολιτικής αβουλίας, δηλαδή συνειδητής ακινησίας και ένοχης ουδετερότητας σε σχέση με την προκλητικά πλέον εκδηλούμενη άναρχα και απρόβλεπτα βία των «γνωστών αγνώστων». Το τελευταίο αφορά σε ανεξελέγκτως και εν πλαισίω «νομιμοποιημένης» ανοχής δρώντων, ατόμων και ομάδων, ασκούντων βία κατά πάντων, πάση δυνάμει και εν πλήρει αμφισβητήσει, κρατικών δομών και θεσμικού πολιτικού πλαισίου.
Η χώρα διέρχεται μια περίοδο κρίσης, που παραπέμπει σε εμφανή και απολύτως ορατά ελλείμματα στον τομέα της εσωτερικής ασφάλειας. Υπάρχει μια περίεργη ανοχή του κράτους και των θεσμικών του οργάνων, κυρίως της πολιτικής κυβερνητικής ηγεσίας της χώρας σε μια ασύδοτη και άναρχα ασκούμενη κοινωνική βία.
Παρότι η βία δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένων ατόμων ή ομάδων, δεν είναι δηλαδή ταξικά διαρθρωμένη, αλλά αποτυπώνει μια τυφλή προσέγγιση κατά πάντων, αποσκοπώντας σε μια καταστροφική αντίληψη της στάσης και συμπεριφοράς τους και την εν γένει αποδυνάμωση της κρατικής νομιμοποίησης, εν τέλει, οφείλει κανείς να επισημάνει πως εκείνοι που κυρίως πλήττονται από την αδυναμία αστυνόμευσης δεν παραπέμπουν στους οικονομικά εύρωστους, αλλά στις πλέον ισχνά αμειβόμενες και αδύναμες κοινωνικές ομάδες.
Είναι γνωστό παλαιόθεν πως τα κράτη υπάρχουν πρωτίστως για να επιβάλλουν διά της νομιμοποιημένης κρατικής, δηλαδή κυβερνητικής βίας, τον νόμο και την τάξη στο κοινωνικό σύνολο, στην εφαρμογή ενός κατά νόμον προβλεφθέντος πλαισίου θεσμικά οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης. Το νομοθετικό πλαίσιο ρυθμίζει τις σχέσεις ατόμων, ομάδων και θεσμών, καθώς και τις υποχρεώσεις τους στο εσωτερικό και το διεθνές πλαίσιο, όπως απορρέουν από τις νομοθετικές και συνταγματικές προβλέψεις.
Οι νομοθετικές θεσμικά κατοχυρωμένες ρυθμίσεις κοινωνικής συνύπαρξης αποτελούν και την raison d’ etre του κράτους, δηλαδή τη θεμελιώδη αιτία ύπαρξής του ως πορεύεται εδώ και τέσσερεις σχεδόν αιώνες σύγχρονης μορφής και δημοκρατικής διάρθρωσης. Η κατά τα ανωτέρω εκδηλούμενη πολιτική αβουλία της σημερινής ελληνικής Κυβέρνησης να υλοποιήσει την πολιτική της ευθύνη για άσκηση κρατικής πολιτικής υπεράσπισης του κοινωνικού συνόλου, των πολιτών, της ζωής και της περιουσίας τους, αντιφάσκει με αυτήν τούτη την αποστολή του κράτους. Οι σε κάθε ευνομούμενο, σύγχρονο ευρωπαϊκό ή δυτικό εν γένει δημοκρατικό κράτος, θεωρούμενες ως αυτονόητες προδιαγραφές κρατικής λειτουργίας, για τη σημερινή Ελλάδα αποτελούν διά ταύτα ζητούμενο σε εναγώνια αναζήτηση γεγονός επερχόμενο μετά φόβου και ανασφάλειας.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας, που ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικής κομματικής καταγωγής λειτουργεί στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, που εμπεδώνει την προστασία και την κατοχύρωση δικαιωμάτων και ελευθεριών για άτομα και πολίτες, προάγει ένα πολιτικό σύστημα κατοχυρώνοντας ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος. Αποβλέπει δε πρωτίστως στην καλλιέργεια αισθήματος ασφάλειας και την εμπέδωση κατά ταύτα σύγχρονου κράτους δικαίου. Πρόκειται για μια δέσμη ρυθμίσεων και προβλέψεων κρατικής πολιτικής, που είναι καθηκόντως κάθε κυβέρνηση υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της, προκειμένου να διαφυλάξει, δηλαδή να εμπεδώσει την ασφάλεια σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία εν ευρεία εννοία. Η υπόθεση της ασφάλειας υπάγεται στην ευθύνη του κράτους κατά τρόπο απόλυτο και αναμφισβήτητο και κατά ταύτα δεν επιτρέπεται η ιδεολογικοποίησή της, διότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην ίδια τη φύση και προορισμό της.
Αίσθημα ανασφάλειας
Η κοινωνία σήμερα αισθάνεται ανασφαλής, φοβισμένη και ευρισκόμενη στις διαθέσεις διαφόρων αναρχοαυτόνομων που κινούνται στο περιθώριο, δηλαδή εκτός των πλαισίων της έννομης τάξης, οι οποίοι βιαιοπραγούν, καταστρέφουν, επιτίθενται χωρίς να υπάρχει η αρμόζουσα και κατά τούτο επιβεβλημένη κατασταλτική προστασία των πολιτών. Το αίσθημα ελλειμμάτων στην ασφάλεια μπορεί να οδηγήσει τους πολίτες σε ενέργειες, που να φτάνουν στα όρια τάσεων για αυτοδικία και λειτουργία υποκατάστατων της ευθύνης του κράτους.
Ο φόβος και η ανασφάλεια που προκαλεί η επιθετικότητα των αναρχοαυτόνομων και η απουσία αποτρεπτικής προστασίας του κράτους εγκλωβίζει τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας σε συνθήκες ομηρίας, φόβου και ανικανότητας να λειτουργήσουν δημιουργικά. Όταν οι πολίτες δεν προστατεύονται επαρκώς, τότε επηρεάζεται η πορεία της κοινωνίας προς τα εμπρός, καθώς δημιουργούνται συνθήκες αποτελματικής στασιμότητας και οπισθοδρόμησης. Σε μακρά διαδρομή αυτό θα μπορούσε να έχει ολέθριες συνέπειες, γιατί ακριβώς η δημιουργική λειτουργία του ανθρώπου επέρχεται σε συνθήκες ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης. Το γεγονός της αποτελμάτωσης συνδράμει στη φυγή των νέων από τη χώρα και στην αναζήτηση νέων οριζόντων ζωής και νέων χωρών ανάπτυξης και περαιτέρω πορείας. Αναπτύσσεται τοιουτοτρόπως ένα σύνδρομο εγκατάλειψης και παραίτησης.
Η εικόνα της εκάστοτε χώρας και των γεγονότων μεταφέρεται παντού και εν προκειμένω οτιδήποτε συμβαίνει στην Ελλάδα γίνεται κτήμα των ανθρώπων σε όλον τον κόσμο. Συνεπώς, η διαμορφούμενη παράσταση της χώρας για τον οποιοδήποτε τρίτο παραπέμπει σε ένα κράτος, που λειτουργεί ανεπαρκώς έναντι καταστροφικών ενεργειών. Εκείνο που επιζητούν οι ξένοι ως επισκέπτες της χώρας είναι ένα απολύτως ασφαλές περιβάλλον, το οποίο να μην πλήττεται από τις ενέργειες των ως ανωτέρω ομάδων.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




