Η εξαίρεση δεν πρέπει να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των δικαστών και των δικηγόρων διαδίκων, αλλά θα πρέπει να ρυθμιστεί νομοθετικά και να είναι αυτόματη
Η εκδίκαση υποθέσεων από δικαστές των οποίων συγγενικά πρόσωπα εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία, που αντιπροσωπεύουν έναν από τους διαδίκους, παραβιάζει τους κανόνες της δίκαιης δίκης και θα έπρεπε να δοθεί τέλος σε κάτι τέτοιο για το καλόν όλων
Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τα όσα διαδραματίζονται στα ΜΜΕ τις τελευταίες μέρες μετά τις πολύ σοβαρές καταγγελίες του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη σε σχέση με σύγκρουση συμφερόντων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης όταν εγείρονται τέτοιες σοβαρές καταγγελίες να προκαλούνται αντιδράσεις και ο καθένας να προσπαθεί να αμυνθεί και να προστατέψει τον εαυτό του. Η απονομή δικαιοσύνης όμως είναι υπεράνω και των δικηγόρων και των δικαστών και των αρχηγών κρατών και πρέπει να είναι υπεράνω συμφερόντων. Αποτελεί εντολή του Δημιουργού μας για να διατηρείται η έννομη τάξη στην ανθρωπότητα για το γενικό καλό.
Η ουσία που βγαίνει μέσα από αυτές τις καταγγελίες είναι ότι παρατηρήθηκε παραβίαση μίας σημαντικής αρχής, που έχει σχέση με τη διατήρηση της αμεροληψίας και ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος. Η αρχή αυτή προβλέπει ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται αλλά πρέπει να φαίνεται ότι απονέμεται. Όπως δηλαδή η γυναίκα του Καίσαρα. Μια πολύ παλιά και καλά εδραιωμένη αρχή, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της σωστής απονομής της δικαιοσύνης και της εμπιστοσύνης του κόσμου στο κύρος, την τιμιότητα και την αμεροληψία του δικαστικού σώματος, ώστε να μη θίγεται ο θεσμός της Δικαιοσύνης.
H αρχή αυτή υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στη υπόθεση Nicholas v Cyprus 63246/10, η οποία εκδόθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2018. Αφορούσε αίτηση κάποιου Κύπριου εναντίον της Δημοκρατίας διότι παραβιάστηκαν τα ανθρώπινά του δικαιώματα από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου λόγω σύγκρουσης συμφερόντων του Προεδρεύοντος δικαστή, κ. Κραμβή, της σύνθεσης του Ανωτάτου που τότε αποτελείτο από τρεις δικαστές που εκδίκασαν την έφεση του Αιτητή. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω δικαστής δεν εξαιρέθηκε από την υπόθεση, αλλά ούτε έθεσε ενώπιον των δικηγόρων το γεγονός ότι ο γιος του ήταν παντρεμένος με την κόρη του δικηγόρου κ. Πολύβιου Πολυβίου, διευθύνοντος συμβούλου του δικηγορικού γραφείου “Χρυσαφίνης και Πολυβίου”, ο οποίος αντιπροσώπευε τους Εναγόμενους / Εφεσίβλητους στην Έφεση και ότι μάλιστα και οι δύο τους εργάζονται στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι η μη εξαίρεση του δικαστή κάτω από τέτοιες περιστάσεις ήταν μεμπτή, παραβίαζε την αρχή της αντικειμενικής αμεροληψίας, δηλαδή ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται αλλά πρέπει να φαίνεται ότι απονέμεται και κατά συνέπειαν η συμπεριφορά αυτή παραβίασε το άρθρο 6 (1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Περί Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κηρύσσοντας τη διαδικασία ως μολυσμένη, καταδικάζοντας τη Δημοκρατία σε αποζημιώσεις και έξοδα.
Το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τόνισε ότι με τέτοιες συμπεριφορές κλονίζεται η εμπιστοσύνη του κόσμου σε σχέση με τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης από τους δικαστές, κάτι το οποίο πρέπει σε κάθε δημοκρατική κοινωνία να διασφαλίζεται.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου μετά την απόφαση Nicholas v Cyprus 63246/10 εξέδωσε στις 8 Μαρτίου του 2019 σχετικό κανονισμό, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 16 Μαρτίου 2018, σύμφωνα με τον οποίον κανένας δικαστής δεν πρέπει να δικάζει είτε μόνος του ή μαζί με άλλους δικαστές σε υποθέσεις στις οποίες οι διάδικοι αντιπροσωπεύονται από δικηγόρους που έχουν συγγενική σχέση με τον δικαστή ή από δικηγορικά γραφεία στα οποία εργάζονται συγγενικά πρόσωπα των δικαστών.
Όμως, σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς, ο δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να αυτοεξαιρεθεί και καλείται απλώς να αποκαλύψει τη σχέση του με το δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει έναν από τους διαδίκους και εάν ο δικηγόρος του άλλου διαδίκου δεν φέρει ένσταση, τότε ο δικαστής μπορεί να εκδικάσει την υπόθεση, ασχέτως της σύγκρουσης συμφερόντων.
Το τι πρέπει να διερωτηθούμε είναι κατά πόσον αυτός ο κανονισμός είναι ικανοποιητικό μέτρο για τη διατήρηση του Κανόνα Δικαίου ή μάλλον καλύτερα του αισθήματος Δικαίου.
Δηλαδή πώς διασφαλίζεται καλύτερα στα μάτια του κόσμου η εμπιστοσύνη στον Θεσμό της Δικαστικής Εξουσίας, όταν ο Δικαστής εξαιρείται σε περιπτώσεις που υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων ή όταν ρίχνει το βάρος στους δικηγόρους των διαδίκων να αποφασίσουν κατά πόσον θα πρέπει να εξαιρεθεί ή όχι.
Είναι λογικό, όπως πολύ σωστά αναφέρουν διάφοροι, που έχουν αρθρογραφήσει επί του θέματος τις τελευταίες μέρες, ότι αρκετοί δικηγόροι θα προβληματιστούν να ζητήσουν την εξαίρεση του Δικαστή φοβούμενοι αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους, κάτι που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται.
Έχοντας ως δεδομένο ότι η προτεραιότητα κάποιου αμερόληπτου Δικαστή κάτω από τέτοιες περιστάσεις θα είναι η διαφύλαξη του αισθήματος Δικαίου και της εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης από αμερόληπτο Δικαστήριο, δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί ένας Δικαστής να επιλέγει να μην εξαιρεθεί, ούτε μπορώ να σκεφτώ πώς εξυπηρετείται καλύτερα η Δικαιοσύνη με τη μη εξαίρεσή του.
Άλλωστε είναι γνωστό ότι αρκετοί δικαστές στην Κύπρο, τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου, προφανώς αναγνωρίζοντας την ανάγκη διαφύλαξης της εμπιστοσύνης του πολίτη στη Δικαιοσύνη ως κόρην οφθαλμού, επιλέγουν από μόνοι τους να αυτοεξαιρούνται αυτόματα όταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, χωρίς να ρωτούν τους δικηγόρους των διαδίκων!
Κατά την άποψή μου αυτή η τακτική είναι αναμφίβολα πιο αποτελεσματική για σκοπούς διαφύλαξης της εμπιστοσύνης του κόσμου προς τη Δικαιοσύνη και εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον της Δικαιοσύνης.
Έχοντας υπόψη λοιπόν τα πιο πάνω και τις νομικές αρχές ως έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση Nicholas v Cyprus 63246/10 και άλλες παρόμοιες υποθέσεις, σε συνδυασμό με την αντίδραση του κόσμου στην Κύπρο στο άκουσμα των καταγγελιών του κ. Νίκου Κληρίδη, πιστεύω ότι η εξαίρεση των δικαστών κάτω από αυτές τις περιστάσεις δεν πρέπει να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των δικαστών και των δικηγόρων των διαδίκων. Θα πρέπει να ρυθμιστεί νομοθετικά και να είναι αυτόματη. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένας κώδικας δεοντολογίας των δικαστών και μία ανεξάρτητη Αρχή που να ελέγχει τη συμπεριφορά εκείνων των δικαστών που δεν συμπεριφέρονται σωστά, ώστε να διαφυλάξουμε το κύρος του Δικαστικού Σώματος και του Κανόνα Δικαίου!
Θεωρώ επίσης σημαντικό να τονίσω ότι η Δικαιοσύνη και η Δημοκρατία εξυπηρετούνται καλύτερα όταν οι ίδιοι οι δικηγόροι, δικαστές και γενικά οι Λειτουργοί της Δικαιοσύνης έχουν το θάρρος να εγείρουν τέτοιου είδους θέματα όπως έκανε ο κ. Νίκος Κληρίδης χωρίς να φιμώνονται ή να τυγχάνουν εκδικητικής αντιμετώπισης. Το εάν υπάρχει ή όχι διαφθορά στο Δικαστικό Σώμα είναι κάτι που πρέπει να κρίνεται στο πλαίσιο μιας δίκαιης δίκης εφόσον σύμφωνα με μία άλλη σημαντική αρχή της δικαιοσύνης, ο κάθε άνθρωπος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.
Το τι μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η εκδίκαση υποθέσεων από δικαστές των οποίων συγγενικά πρόσωπα εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία, που αντιπροσωπεύουν έναν από τους διαδίκους, παραβιάζει τους κανόνες της δίκαιης δίκης σύμφωνα με το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Nicholas v Cyprus 63246/10 και θα έπρεπε να δοθεί τέλος σε κάτι τέτοιο για το καλόν όλων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα και την άμεση ανάγκη για επίλυση του προβλήματος μετά απ' όλη την πρόσφατη κρίση και την εκτεταμένη δημοσιότητα, προχώρησε με τροποποίηση της πιο πάνω Δικαστικής Πρακτικής του 2018 στις 28 Ιανουαρίου 2019 με ισχύ από 1 Φεβρουαρίου 2019, ώστε οι δικαστές να εξαιρούνται αυτόματα σε περίπτωση που συγγενικά τους πρόσωπα εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία που αντιπροσωπεύουν έναν από τους διαδίκους με εξαίρεση τις τυπικές εμφανίσεις και υποθέσεις που εκδικάζονται από την ολομέλεια.
ΓΙΑΝΝΟΣ Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Δικηγόρος & Νομικός Σύμβουλος




