Αντί να υιοθετούμε και να αναμασούμε έννοιες και όρους τους οποίους δεν γνωρίζουμε και να επαναλαμβάνουμε συνεχώς τα ίδια λάθη, θα πρέπει να δούμε την ουσία του Κυπριακού

Δεκαεννέα και πλέον μήνες μετά την εμφάνιση στο κυπριακό πολιτικό λεξιλόγιο του «Πλαισίου Γκουτέρες», εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε τι ακριβώς αυτό περιέχει, ή αν όντως υπάρχει ή εάν όντως αυτό υφίσταται, τι περιλαμβάνει και σε ποια λύση αυτό τείνει ή αποσκοπεί.

Σαράντα πέντε χρόνια μετά την εισβολή είναι τραγική η διαπίστωση με πόση ευκολία η ελληνική κυπριακή πλευρά αυτοεγκλωβίζεται σε όρους άγνωστους γι’ αυτή, σε έννοιες μη κατανοητές και σε διαδικασίες ατελέσφορες, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση της κατοχής.

Αυτήν την επικίνδυνη ατραπό, την οποία ακολουθεί η πλευρά μας, επιβεβαιώνουν τα όσα έχουν λάβει χώραν ή έχουν συζητηθεί πρόσφατα αναφορικά με το «Πλαίσιο Γκουτέρες». Ένα πλαίσιο το οποίο, σύμφωνα με τους φανατικούς υποστηρικτές και θιασώτες της όποιας λύσης, αποτελεί «κεκτημένο» των διαπραγματεύσεων και άρα ευκαιρία για λύση. Αυτή η προσέγγιση προέρχεται από τη σχολή σκέψης ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ, η οποία έχει καταστήσει το «Πλαίσιο Γκουτέρες» σημαία και λάβαρο της πλευράς μας χωρίς καλά-καλά να ξέρουμε το περιεχόμενό του, την ουσία του και χωρίς αυτό να είναι διατυπωμένο έστω γραπτώς κατά τρόπο σαφή. Η υιοθέτηση και αυτής της άγνωστης εν πολλοίς παραμέτρου γίνεται μέσα από τη γενικότερη προσέγγιση των θεμάτων από την ελληνική κυπριακή πλευρά προκειμένου να ικανοποιούνται οι κατά καιρούς ψευδαισθήσεις, οι φρούδες ελπίδες και τα ευχολόγια που χαρακτηρίζουν την πλευρά μας στο Κυπριακό.

Δυστυχώς, η περίπτωση του «Πλαισίου Γκουτέρες» δεν είναι το μοναδικό φαινόμενο άκριτης υιοθέτησης και επιφανειακής προσέγγισης σοβαρών θεμάτων. Η ελληνική κυπριακή πλευρά νιώθει π.χ. δεσμευμένη εδώ και δεκαετίες στη λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, της οποίας το περιεχόμενο αγνοεί, τη δε πρακτική της εφαρμογή δεν γνώριζε τουλάχιστον μέχρι το 2004, όταν αυτή έλαβε τη μορφή του Σχεδίου Ανάν. Εξακολουθεί, όμως, να αισθάνεται υποχρεωμένη να εφαρμόσει αυτό το παράλογο σύστημα και μοντέλο, το οποίο παρουσιάζεται κατά καιρούς με διαφορετικούς όρους, όπως το «Πλαίσιο Γκουτέρες», παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού Ελληνισμού απέρριψε τόσο την ουσία όσο και τη φιλοσοφία της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Στο όνομα του καθήκοντος περί «απόδειξης της τουρκικής αδιαλλαξίας» η πλευρά μας ένιωθε και νιώθει στο διηνεκές ότι είναι υποχρεωμένη να συνομιλεί με την ανύπαρκτη «τουρκοκυπριακή ηγεσία», η οποία δεν έχει ούτε την τόλμη αλλά ούτε και τη δυνατότητα να συζητήσει σοβαρά το Κυπριακό, αφού είναι πλήρως εξαρτώμενη από την Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτού του ψευδεπίγραφου διαλόγου η πλευρά μας αισθάνεται υποχρεωμένη να προχωρεί σε περαιτέρω υποχωρήσεις και προσεγγίσεις στις τουρκικές απαιτήσεις και αξιώσεις, προκειμένου να τις αποδοθούν τα «εύσημα» ότι προχωρεί σε «βήματα καλής θέλησης», «ευελιξία», «πρωτοβουλίες» που παίρνουν τον χαρακτήρα «δώρων» ή «προσφορών» προς την Τουρκία προκειμένου η τελευταία να «πεισθεί» (αν είναι ποτέ δυνατόν) ότι το συμφέρον της είναι η «λύση» του Κυπριακού.

Αυτή η πολιτική του εξευμενισμού της Τουρκίας και του αυτοεγκλωβισμού μας παραγνωρίζει το αυταπόδεικτο, ότι με το να παραμένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν και σε «δεσμεύσεις» ή σε προσφορές και δώρα χωρίς αντίδωρο, δεν προσφέρουμε καμιά υπηρεσία στην πατρίδα μας. Αντιθέτως η κατοχή διαιωνίζεται και η σταδιακή αποδοχή των τουρκικών απαιτήσεων μετατρέπεται σε πρακτική.

Θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε την ουσία του Κυπριακού, που δεν είναι άλλη από την εισβολή και την κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία και να αποφασίσουμε ποιος είναι ο πραγματικός συνομιλητής μας στις ψευδεπίγραφες διαπραγματεύσεις, τις οποίες διεξάγουμε όλα αυτά τα χρόνια. Ασφαλώς και δεν είναι οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι ουσιαστικά έχουν καταστεί μειονότητα στα κατεχόμενα και οι οποίοι ασφυκτιούν κάτω από την μπότα του τουρκικού στρατού κατοχής και των εποίκων, αλλά η Τουρκία. Θα πρέπει για μια φορά να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να εξετάσουμε εάν μπορούμε αληθινά να εξεύρουμε λύση σοβαρή, βιώσιμη και λειτουργική και σε βάθος χρόνου, όταν η Τουρκία δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να υποχωρήσει στο Κυπριακό, τη στιγμή που ελέγχει πλήρως στρατιωτικά και γεωπολιτικά την Κύπρο και δεν έχει κανένα λόγο να προχωρήσει στον τερματισμό της κατοχής και σε εξεύρεση λύσης.

Μόνο εάν μπορέσουμε να ασκήσουμε σοβαρή πολιτική στη βάση των διεθνών συγκυριών με στόχο την πρόκληση κόστους στην Τουρκία από τη συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου, θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τα δεδομένα και να διεκδικήσουμε σοβαρά λύση που να αντέχει στο χρόνο και στις προσδοκίες του κυπριακού λαού και που να βασίζεται στο αυτονόητο, δηλαδή στη δημοκρατία και στην ελευθερία της Κύπρου.

Επομένως, αντί να υιοθετούμε και να αναμασούμε έννοιες και όρους τους οποίους δεν γνωρίζουμε και να επαναλαμβάνουμε συνεχώς τα ίδια λάθη προσδοκώντας διαφορετικά αποτελέσματα, θα πρέπει σοβαρά να δούμε την ουσία του Κυπριακού, καταστώντας τους τουρκικούς στόχους ανέφικτους μέσα από την πρόκληση κόστους στην Τουρκία και τη συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου.

Αλλιώτικα, όσα «Πλαίσια Γκουτέρες» κι αν υιοθετήσουμε, όσες υποχωρήσεις και αν κάνουμε, όποια «ευελιξία» επιδείξουμε και όση «ετοιμότητα για λύση» δηλώνουμε προς πάσα κατεύθυνση, η κατοχή και διχοτόμηση της Κύπρου θα συνεχίζεται, με την Τουρκία στο απυρόβλητο να κατέχει τη μισή μας πατρίδα και να εποφθαλμιά την άλλη μισή.

ΚΩΣΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
Βουλευτής ΕΔΕΚ