Η σύγκλιση για μια τ/κ ψήφο στην απλή πλειοψηφία, αντί του τουρκικού βέτο, συμβάλλει αποφασιστικά στη βιωσιμότητα του Ομοσπονδιακού Κράτους και συνιστά, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1960, μια πολύ σημαντική και ευνοϊκή εξέλιξη, που εγγυάται την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο η ε/κ πλευρά διαφοροποιεί τις προτεραιότητές της στο Κυπριακό. Στην ίδια ακριβώς διαδικασία μετακινούμαστε, με χαρακτηριστική ευκολία, από κόκκινη σε κόκκινη γραμμή, με αποτέλεσμα να δημιουργείται διεθνώς η εντύπωση πως κύρια έγνοια μας είναι η υπεκφυγή και ο τορπιλισμός κάθε δυνατότητας συμβιβασμού.

Στο Κραν Μοντανά ήταν το θέμα των εγγυήσεων. Πιο πριν ήταν η αποχώρηση του τουρκικού στρατού. Στη συνέχεια περάσαμε, με μεγάλη ταχύτητα, από τα δικαιώματα των Τούρκων πολιτών, την ανάγκη για αποκεντρωμένη ομοσπονδία, χωρίς ποτέ να την καθορίσουμε, είτε έναντι των Τ/κ είτε έναντι αλλήλων, στο Εθνικό Συμβούλιο, για να καταλήξουμε στην λειτουργικότητα της λύσης, με ειδική αναφορά στην ερμηνεία του όρου «πολιτική ισότητα».

Για το τελευταίο, βεβαίως, θα έπρεπε, για να μπορέσουμε να το εγείρουμε, να αποστούμε πραγμάτων που ρητά συμφωνήσαμε στις συνομιλίες, είτε τους αμέσως προηγούμενους μήνες είτε και παλιότερα. Είναι γεγονός αναντίλεκτο ότι, επί αυτού του σημείου, υπήρξαν σημαντικές συγκλίσεις μεταξύ του Δημήτρη Χριστόφια και του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Το δικαίωμα βέτο της Ζυρίχης, όπως αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1960, συμφωνήθηκε να αντικατασταθεί από την ανάγκη ύπαρξης τουλάχιστον μιας τουρκοκυπριακής ψήφου, στην απλή πλειοψηφία που θα αρκούσε, πλέον, για τη λήψη μιας απόφασης, στο κεντρικό ομοσπονδιακό επίπεδο.

Αυτή η εξέλιξη είναι αλήθεια ότι αποτελεί ένα ποιοτικό άλμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αποτελεί, η νέα ρύθμιση, κάτι πολύ υποδεέστερο του προϋπάρχοντος βέτο, και η θεωρία τού ότι αποτελεί βέτο, διότι οι Τ/κ θα κάνουν ό,τι τους διατάξει η Τουρκία, είναι επιφανειακή και αστήρικτη. Πέραν του ότι οι Τ/κ έχουν μεταξύ τους σοβαρές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, όπως και τα ε/κ κόμματα, πέραν του ότι απέδειξαν στην πράξη ότι δεν είναι όλοι οι ίδιοι - ακόμα και σε συνθήκες τουρκικής κατοχής, δεν είναι λίγες οι φορές που όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην Τουρκία. Τελευταίο παράδειγμα, η ανοικτή, η δημόσια διαφωνία του Μουσταφά Ακιντζί στα… ψου-ψου Αναστασιάδη και Τσαβούσογλου, για αναζήτηση λύσεων δύο κρατών ή συνομοσπονδίας, προς τέρψιν της τουρκοκυπριακής εθνικιστικής ακροδεξιάς, που αναθάρρησε, μετά από δεκαετίες, βλέποντας το ΤΑΞΙΜ του Ραούφ Ντενκτάς να επανέρχεται και μάλιστα με ε/κ πρωτοβουλία.

Το Πλαίσιο Γκουτέρες

Αυτήν την πολύ σοβαρή σύγκλιση των Χριστόφια - Ταλάτ, ο Νίκος Αναστασιάδης επιβεβαίωσε με τον Ακιντζί στις πιο πρόσφατες συνομιλίες. Ειδικότερα, συμφώνησαν ότι, σε Ομοσπονδιακό Επίπεδο, οι αποφάσεις της Εκτελεστικής και της Νομοθετικής Εξουσίας θα λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, νοουμένου ότι σ' αυτήν θα συνυπάρχει μια τουρκοκυπριακή ψήφος. Άρα, στα πιο σοβαρά και σημαντικά ζητήματα υπήρχε συμφωνία. Και παρέμειναν να αποφασιστούν ήσσονος σημασίας ζητήματα. Οι Τ/κ ζητούσαν σε όλα τα ζητήματα μια τ/κ ψήφο, και οι Ε/κ διαφωνούσαν. Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, με το Πλαίσιό του, υιοθέτησε την ελληνική θέση.

Δυστυχώς, η ε/κ πλευρά, αντί να σπεύσει να «κλειδώσει» και αυτό το ζήτημα, όπως και τα άλλα πολύ σοβαρά θέματα στα οποία τοποθετείται ο Γκουτέρες (κατάργηση μονομερούς δικαιώματος επέμβασης της Τουρκίας, κατάργηση του παλιού συστήματος εγγυήσεων και αποχώρηση του τουρκικού στρατού που παράνομα εισέβαλε το 1974), άρχισε να σχοινοβατεί σχετικά με το πραγματικό περιεχόμενο και την ημερομηνία του Πλαισίου. Με αποτέλεσμα, σήμερα, το Πλαίσιο Γκουτέρες να πάψει να είναι το κύριο εργαλείο για επανέναρξη των συνομιλιών, και τώρα να αναζητούμε γενικούς όρους αναφοράς, που, εξ ορισμού, πολύ πιο δύσκολα θα συμφωνηθούν.

Η σύγκλιση για μια τ/κ ψήφο στην απλή πλειοψηφία, αντί του τουρκικού βέτο, συμβάλλει αποφασιστικά στη βιωσιμότητα του Ομοσπονδιακού Κράτους και συνιστά, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1960, μια πολύ σημαντική και ευνοϊκή εξέλιξη, που εγγυάται την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η Ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, ενώ, με αυτά τα δεδομένα, θα ανέμενε κανένας πως, με στοιχειώδη καλή θέληση, τα πράγματα θα εξελιχθούν ομαλά, ήλθε η βόμβα του Νίκου Αναστασιάδη να ταράξει τα νερά, να εκτοξεύσει την έλλειψη εμπιστοσύνης και την καχυποψία και να δημιουργήσει στην τουρκική πλευρά εύλογες αμφιβολίες για τις ε/κ προθέσεις.

Όταν ο Πρόεδρος κλήθηκε να δώσει ένα παράδειγμα, σχετικά με το τι τον ανησυχεί από τη μια τ/κ ψήφο, ανέφερε ότι οι Τ/κ, με αυτόν τον τρόπο και με προτροπή της Άγκυρας, θα μπορούσαν να μπλοκάρουν την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού East Med. Δηλαδή, με αυτό το παράδειγμα έστειλε τα πιο κάτω μηνύματα:

(α) Ότι δεν αποδέχεται τη μία τ/κ ψήφο σε θέμα αρμοδιότητας της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, κάτι που ήδη είχε συμφωνήσει στις συνομιλίες.

(β) Διαζευκτικά, ότι δεν αποδέχεται το θέμα των υδρογονανθράκων να αποτελεί ομοσπονδιακή αρμοδιότητα, κάτι που, επίσης, έχει συμφωνήσει στις συνομιλίες.

(γ) Ότι μια επένδυση (εάν είναι τεχνικά δυνατή) ύψους πάρα πολλών δισεκατομμυρίων θα αποτελεί προνόμιο των Ε/κ, χωρίς οι Τ/κ να έχουν ουσιαστικό λόγο.

(δ) Ότι η πολιτική για την εμπορία των υδρογονανθράκων θα αποφασίζεται από την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία, χωρίς οι Τ/κ να μπορούν, αποτελεσματικά, να αποτρέψουν κάτι τέτοιο.

Όλα τα πιο πάνω πέρασαν στους Τ/κ το μήνυμα ότι, αυτό που οι Ε/κ έχουν στο μυαλό τους, είναι όχι ένα Ομοσπονδιακό, αλλά ένα ενιαίο κράτος. Αυτές τις ανησυχίες οφείλει να διαλύσει ο Νίκος Αναστασιάδης, αν πραγματικά επιθυμεί να διανύσει το τελευταίο μίλι των συνομιλιών. Και μάλιστα να λειτουργήσει γρήγορα, γιατί ο Μάης που, όπως λέγεται, θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις, δεν είναι μακριά.