Τα δύο ζητήματα δεν έχουν καμία αφετηριακή βάση συσχετισμού, τόσο στον τύπο, όσο και στην ουσία. Η απουσία βαθιάς γνώσης και αντίληψης ως προς την αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος δημιουργεί σε ορισμένους κύκλους συνειρμούς λανθασμένων συσχετίσεων μεταξύ Κυπριακού και λεγόμενου «Μακεδονικού», όπερ μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς την ελλαδική και κυπριακή πολιτική

Κατά τη διάρκεια της 5ης Συνόδου των χωρών του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έλαβεν χώραν στη Λευκωσία, ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε πως, ούτε λίγο, ούτε πολύ, η Συμφωνία των Πρεσπών θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αφετηριακό οδηγό προς την κατεύθυνση της επίλυσης του κυπριακού προβλήματος.

Κύπρος και Πρέσπες βρίσκονται σε σχέση ανύπαρκτων αναλογιών, αφού η Συμφωνία των Πρεσπών παραπέμπει στη διευθέτηση ενός διμερούς ζητήματος, που απασχόλησε μεταπολεμικά την Ελλάδα, κυρίως στον μακεδονικό χώρο και άπτεται της ονομασίας των Σκοπίων. Η αναφορά στη συγκρουσιακή δομή στην περιοχή της νότιας Γιουγκοσλαβίας αφορούσε στην παραχάραξη της ιστορικότητας του μακεδονικού ονόματος, ενώ το Κυπριακό συνίσταται στην εισβολή και στην παρανομία κατοχής του 36,2% της Κύπρου από τουρκικά στρατεύματα, συνακολουθούμενης από το διεθνές έγκλημα του εποικισμού διά της παρανόμου εγκαταστάσεως τουρκικού πληθυσμού στις ελληνικής ιδιοκτησίας περιοχές του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Αυτονοήτως αποτυπώνεται και η κραυγαλέα παραβίαση βασικών άρθρων και αρχών του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Τα δύο ζητήματα δεν έχουν καμιάν αφετηριακή βάση συσχετισμού, τόσο στον τύπο, όσο και στην ουσία. Η απουσία βαθιάς γνώσης και αντίληψης ως προς την αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος δημιουργεί σε ορισμένους κύκλους συνειρμούς λανθασμένων συσχετίσεων μεταξύ Κυπριακού και λεγόμενου «Μακεδονικού», όπερ μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς την ελλαδική και κυπριακή πολιτική. Ίσως θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ως κοινά στοιχεία στις δομές συγκρότησης τις εμφιλοχωρούσες «εποικοδομητικές ασάφειες» ως προς τα ερμηνευτικά σχήματα λειτουργίας των πολιτικών συστημάτων των δύο χωρών, στοιχεία, τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών, ο διεθνής παράγων καθίσταται ικανός να αξιοποιεί κατά το δοκούν, έτσι ώστε να μπορεί να εποπτεύει παρεμβατικά χώρο και κρατικές οντότητες.

Κλείνοντας το Σκοπιανό με τον τρόπο που συνεφωνήθη το τέλος μιας διαδρομής, όπου η Ελλάδα παρεχώρησε πολύ περισσότερα απ' όσα έλαβε και μάλιστα ευρισκομένη σε θέση ισχύος, η εικόνα που εκπέμπει η Αθήνα στους τρίτους συνιστά υποχωρητική αντίληψη πολιτικής, καθώς και μειωμένη θέληση στρατηγικής υπεράσπισης εθνικών θέσεων. Κατόπιν τούτου, οι διάφορες χώρες της περιοχής, αναθεωρητικές ή μη, θα θέσουν κατά το αναμενόμενο ζητήματα που άπτονται ελληνικής κυριαρχίας, ενώ ο διεθνής παράγων παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με συμπάθεια και ευχαρίστηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ταυτόχρονα πως η εκφραζόμενη ικανοποίηση αντανακλά και σε αντίστοιχο σεβασμό, στον βαθμό που ο σεβασμός είναι υπόθεση συμφερόντων, που αποδίδεται στην αναγνώριση ικανότητας υπεράσπισης δικαιωμάτων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οφείλει κανείς να υπενθυμίσει πως το ενδιαφέρον του διεθνούς παράγοντα στο Κυπριακό δεν παραπέμπει στην κατά ταύτα αναγκαιότητα δίκαιης και βιώσιμης λύσης του, αλλά πολύ περισσότερο στην τακτοποίηση του θέματος, έτσι ώστε η τουρκική πλευρά να μη διασαλεύει τις σχέσεις της με την Ευρώπη και τη Δύση γενικότερα.

Το Κυπριακό οφείλει να αντιμετωπίζεται με στρατηγική χάραξης πολιτικής και σοβαρότητα ανάλογη μεγάλου εθνικού και βαρύνοντος διεθνούς ζητήματος, δηλαδή η ελληνική Κυβέρνηση οφείλει να θέτει το θέμα σταθερά, μονίμως και αδιαλείπτως σε όλα τα διεθνή φόρα, στον ΟΗΕ και στην ΕΕ, στην πραγματική του βάση και διάσταση, δηλαδή ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής και μόνο, στηρίζοντας την κυπριακή Κυβέρνηση και την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και οργανώνοντας το ενδεχόμενο αξιοποίησης μιας ευκαιρίας, έτσι ώστε, δεδομένων των συνθηκών, να μπορέσει να συμβάλει ουσιαστικά στην απελευθέρωση του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου. Το πλαίσιο διαπραγμάτευσης θα μεταβληθεί τότε μόνον, όταν το κόστος για την Τουρκία, διατηρώντας στρατεύματα κατοχής στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, θα είναι μεγαλύτερο από το όφελός της.

Αναφορικά προς τη δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Άγκυρα περί «επανενωμένης, ομοσπονδιακής Κύπρου, που ως κανονική χώρα θα είναι μέλος της ΕΕ» ας μας επιτραπεί να παρατηρήσουμε πως το βασικό κριτήριο που διαθέτει μια κανονική χώρα της Ευρώπης και δη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η εφαρμογή κατά τρόπο ενιαίο, καθολικό και αδιαίρετο για το σύνολο του πληθυσμού της δημοκρατικής αρχής, που σημαίνει την εφαρμογή του ένας άνθρωπος - μία ψήφος. Τούτο, δε, δεν αποκλείει, για να μην πούμε επιτρέπει και επιβάλλει την προστασία συλλογικών δικαιωμάτων μειονοτήτων και εθνικών οντοτήτων, που λειτουργούν προστατευόμενες ως συλλογικότητες, αλλά και ως άτομα στο πλαίσιο του ενιαίου κρατικού λαού.

Μια εξαιρετικά αρνητική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα εξέλιξη, όπως αυτή των Πρεσπών, δεν μπορεί να υποδειγματοποιείται για να τύχει εφαρμογής επί άλλων εθνικών εκκρεμοτήτων της χώρας, όπως αυτής του Κυπριακού. Συμπερασματικά, η ανυπαρξία αναλογιών είναι δεδομένη εκπηγάζουσα από το ίδιο το περιεχόμενο των εξελίξεων, οι οποίες άπτονται τελείως διαφορετικών ιστορικοπολιτικών διεργασιών και κοινωνικοπολιτιστικών περιεχομένων. Οι Πρέσπες απηχούν μιαν ατυχή στιγμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και η Κύπρος παραπέμπει σε ιστορικοπολιτική υπόθεση που ανάγεται στο παρελθόν και της οποίας το παρόν και το μέλλον δεν επιτρέπεται να αποτυπώνεται επί τη βάσει των συνθηκών του παρόντος. Η κατοχή συνιστά το παρόν, ενώ το μέλλον οφείλει να παραπέμπει σε συνθήκες ελευθερίας, δημοκρατίας και αυτοδιάθεσης.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο