Οφείλει κανείς να υπενθυμίσει ότι το κρατίδιο των Σκοπίων, που αποτελεί μια πολιτική κατασκευή του Τίτο και που στόχευε δι’ αυτού στην έξοδο της Γιουγκοσλαβίας στην Θεσσαλονίκη και στο Αιγαίο, δεν είχε μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δυνατότητες βιωσιμότητας, δεδομένης της πολυεθνικής του δομής, ιδιαιτέρως, μάλιστα, αυτής του αλβανικού στοιχείου. Αυτό συνιστούσε πάντοτε μια προβληματική ικανότητα συνέχισης της πολιτειακής του πορείας, άνευ της στήριξης του διεθνούς παράγοντα ή της συνεργατικής, παρεμβατικής στήριξης της Ελλάδος

Οι σχέσεις των κρατών, λαών και εθνών στο διεθνές σύστημα δεν αποτυπώνουν μόνο συνθήκες και γεγονότα της στιγμής, αλλά απεικονίζουν μια διαχρονικότητα ιστορικής πορείας διαμορφούμενης διαδρομής, μαρτυρούσης μια κατά ταύτα συνέχεια, απτόμενης τόσο του παρόντος, ως πλαισίου εξελίξεων, όσο και των προβλέψεων και προσδοκιών ενός επερχόμενου μέλλοντος.

Η πολιτική κουλτούρα, που σημαίνει στάσεις και πολιτικές συμπεριφορές, απλώνει διαχρονικά την ιδεολογική αύρα της στο σώμα της πολιτικής οργάνωσης και ιδεολογίας των πρωταγωνιστών ενός εν εξελίξει προσκηνίου, σφραγίζει δε και την ταυτότητα των κατά ταύτα εμπλεκομένων. Η στάση και η συμπεριφορά των πρωταγωνιστών της πολιτικής, η στρατηγική ως πολιτική πράξη που αντικρίζει το μέλλον, προβάλλει αντιλήψεις και πρακτικές πολιτικών της επόμενης μέρας, που αντλούν εμπειρία και προσανατολισμούς στρατηγικής από το παρελθόν.

Επομένως και κατά τα ανωτέρω, τα εν Πρέσπες συμβαίνοντα σηματοδοτούν ιστορικές διεργασίες, που απειλούν την αληθινή ιστορία της Μακεδονίας με παραχάραξη και δυναμικώς συντελούμενη αλλοτρίωση με χαρακτηριστικά μιας μόνιμης, δομικής, εν προκειμένω, μεταβολής, να λαμβάνει χώραν και να βαίνει προδήλως διαμορφούμενη ως παρουσία στον κόσμο των κρατών εν είδει αδιαλείπτου πλέον πλαστογράφησης της ιστορίας, όπως συντελείται στον κόσμο της διεθνούς πολιτικής, που χαρακτηρίζει την καθημερινότητα κρατών και λαών.

Στις διεργασίες αυτές συμπράττει ενεργώς ο διεθνής παράγων, ο οποίος στήριξε από διαλύσεως της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας την υπόθεση του κρατιδίου των Σκοπίων ως «Μακεδονίας» αποσκοπώντας σε δύο τινά. Αφενός στην ενδυνάμωση του κρατιδίου και την εμφύσηση στις δομές του μιας διεθνώς παρισταμένης πλαστογραφημένης ιστορικής προέλευσης οντότητας κράτους, που θα λειτουργούσε ως προτεκτοράτο του στην περιοχή, αφετέρου δε στόχευε και στοχεύει στην αποδυνάμωση της ελληνικής πατριωτικής υπεράσπισης της Μακεδονίας, έτσι ώστε να συρρικνωθεί τόσο η εσωτερική δύναμη του ελληνικού έθνους, όσο και η αναμενόμενη διεισδυτική ανάπτυξη επιρροής στο εγγύς εξωτερικό της Ελλάδος, που συνιστά τη βαλκανική της ενδοχώρα.

Εξάλλου, ο γεωγραφικός χώρος των Σκοπίων αποτυπώνει εν τοις πράγμασι σημείο άμεσης γεωγραφικής εγγύτητας της Ελλάδος, που μπορεί δυνητικά να ελεγχθεί κοινωνικοοικονομικά και επομένως πολιτικά, όπερ σημαίνει ελληνική στρατηγική υπεροχή και δυνατότητα προβολής όρων συναφών προς το ελληνικό, κατά ταύτα, εθνικό συμφέρον. Οι κατά τα ανωτέρω επερχόμενες κοινωνικοπολιτικές διεργασίες στο ελληνικό εγγύς εξωτερικό της Μακεδονίας θα μπορούσαν να συμβούν άνευ εταίρου, δηλαδή αφεύκτως και χωρίς τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Επομένως, το επιχείρημα, προβαλλόμενο ως δικαιολόγηση της ατυχούς συμφωνίας, ότι με αυτήν διευκολύνεται η ελληνική κοινωνικοοικονομική διείσδυση στον χώρο των Σκοπίων, είναι τόσο αίολο, όσο και ατυχές. Η ελληνική οικονομική διείσδυση στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ιδιαιτέρως μάλιστα σε αυτόν των Σκοπίων, αποτελούσε ανέκαθεν μια πολιτική πραγματικότητα ελληνικής πολιτικής, ιδίως μάλιστα οικονομίας που επέρχετο και επέρχεται, δεδομένου του ενδιαφέροντος που υφίστατο και υφίσταται εδώ και δεκαετίες από Έλληνες επιχειρηματίες και παράγοντες της οικονομίας να διεισδύουν οικονομικά, αναπτύσσοντας ευρύτατη οικονομική και κοινωνική δράση στη βαλκανική ενδοχώρα, των Σκοπίων προεξαρχόντων.

Οφείλει κανείς να υπενθυμίσει ότι το κρατίδιο των Σκοπίων, που αποτελεί μια πολιτική κατασκευή του Τίτο και που στόχευε δι’ αυτού στην έξοδο της Γιουγκοσλαβίας στην Θεσσαλονίκη και στο Αιγαίο, δεν είχε μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δυνατότητες βιωσιμότητας, δεδομένης της πολυεθνικής του δομής, ιδιαιτέρως, μάλιστα, αυτής του αλβανικού στοιχείου. Αυτό συνιστούσε πάντοτε μια προβληματική ικανότητα συνέχισης της πολιτειακής του πορείας, άνευ της στήριξης του διεθνούς παράγοντα ή της συνεργατικής, παρεμβατικής στήριξης της Ελλάδος. Υπογραμμίζεται, εν προκειμένω, πως το εν λόγω κρατίδιο υπήρξε ανέκαθεν από γενέσεώς του ως ανεξάρτητης δομής, εύθραυστο και επιρρεπές σε διάλυση. Πρόκειται για κρατική δομή που, ούτως η άλλως, δεν ανταποκρίνεται σε σύγχρονες δημοκρατικές κρατικές λειτουργίες. Εξ ου και η διαρκής παρεμβατική λειτουργία του διεθνούς παράγοντος μέσω διεθνών κερδοσκοπικών, «επενδυτικών» σχημάτων.

Παρά ταύτα, η ελληνική πολιτεία συνέπραξε διά της συμφωνίας των Πρεσπών στην επιβίωση του τιτοϊκού κατασκευάσματος, χωρίς διασφάλιση μιας πολιτικής που να αποτρέπει τον σφετερισμό της μακεδονικής ταυτότητας, πράγμα που αποτελούσε πάντοτε το μείζον ζήτημα υπεράσπισης και προβολής πολιτικής εθνικών συμφερόντων. Κατά τα ανωτέρω και κατόπιν της εν Πρέσπες επελθούσης εξέλιξης, δεδομένης της παλαιόθεν υφισταμένης δομικής διεθνούς αναρχίας, η διεθνής παράσταση της Μακεδονίας στον κόσμο θα τρωθεί σοβαρά, ίσως μάλιστα και ανεπανόρθωτα, τόσο ως ιστορική διάσταση στην παρουσία της ως παρόντος, πολύ περισσότερο ως προβολή του μέλλοντος. Ενός τέτοιου μέλλοντος που οφείλει να συνυφαίνεται με την αξιόπιστη και ισχυρή παρουσία ενός Ελληνισμού σε έναν άναρχα συγκρουόμενο και ανταγωνιστικά πορευμένο κόσμο.

Συναφώς, πρέπει κανείς να υπογραμμίσει πως υπάρχουν ορισμένες στιγμές στην ιστορία και στη διαχρονική πορεία των κρατών που τα σφραγίζουν, σηματοδοτώντας την παρουσία τους ως ζώσας ταυτότητας και ως διαφαινόμενης ή απολειπόμενης προοπτικής μέλλοντος. Μια τέτοια στιγμή αποτύπωσης ενός φωτεινού ή ως, εν προκειμένω, σκιασμένου μέλλοντος εκδηλώνει η κατά τα ανωτέρω «μακεδονική» ατυχής, άνυδρη σύγχρονη διαδρομή επισφραγισθείσα διά της Συμφωνίας των Πρεσπών.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο