Η συγκέντρωση σε ένα Δικαστήριο όλων αυτών των αρμοδιοτήτων οδήγησε, με το πέρασμα του χρόνου, φυσιολογικά, σε καθυστερήσεις, παρά την αύξηση του αριθμού των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που κατά περιόδους αποφασίστηκαν και που σήμερα είναι δεκατρείς

Με καθυστέρηση και αντιφατικά με ό,τι έγινε πριν από λίγα χρόνια, όταν ψηφίστηκε η 8η Τροποποίηση του Συντάγματος, η Εκτελεστική εξουσία και η Βουλή θυμήθηκαν την ανάγκη διαχωρισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα αντίστοιχα δύο Δικαστήρια ως το Σύνταγμα προβλέπει. Μάλιστα ακούστηκαν δηλώσεις στα ΜΜΕ για, δήθεν, τεράστιο λάθος της Βουλής, όταν το 1964 ψήφισε ως Δίκαιο της Ανάγκης το Ν.33/1964, που συγκέντρωσε τις εξουσίες στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Άποψη που υποβιβάζει ατεκμηρίωτα και αβάσιμα τη σημασία του Νόμου εκείνου, γιατί της διαφεύγει σε ποια κατάσταση περιήλθε η δυνατότητα παροχής δικαιοσύνης τότε, που χωρίς τον Νόμο αυτό θα παρέλυε, μαζί με τη λειτουργία και ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τούτο, γιατί η μεθοδευμένη «απόσυρση» των Τουρκοκυπρίων απ' όλες τις θέσεις που κατείχαν θεσμικά, επέφερε τις ίδιες συνέπειες «παράλυσης» και άλλων θεσμικών Οργάνων. Ευτυχώς, η νομική τότε σκέψη οδήγησε στην ψήφιση Νόμων από τη Βουλή, ως Δίκαιο της Ανάγκης, με στόχο τη διασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας όλων των θεσμικών οργάνων και έτσι επιτεύχθηκε η διάσωση της Δημοκρατίας.

Όμως, η συγκέντρωση σε ένα Δικαστήριο όλων αυτών των αρμοδιοτήτων οδήγησε, με το πέρασμα του χρόνου, φυσιολογικά, σε καθυστερήσεις, παρά την αύξηση του αριθμού των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που κατά περιόδους αποφασίστηκαν και που σήμερα είναι δεκατρείς. Πρόσθετα, συνέτρεχαν άλλα προβλήματα, όπως η παράδοξη κατάσταση στην εκδίκαση κατ’ έφεση θεμάτων διοικητικής δικαιοσύνης, όπου η πρωτόδικη απόφαση, τελικά, εκρίνετο από ομόβαθμους άλλους Δικαστές του Ανωτάτου που την εξέταζαν ως Αναθεωρητικό Εφετείο!

Ο όγκος των υποθέσεων και οι εξ αυτού του γεγονότος καθυστερήσεις προβλημάτιζαν, χωρίς να υπάρξει, όμως, μια σε βάθος και σφαιρική, από τότε, μελέτη. Υπό την ιδιότητα του βουλευτή υποστήριξα, όπως και μεταγενέστερα, ως απλός δικηγόρος, τη λύση με διαχωρισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα αντίστοιχα δύο Δικαστήρια που το Σύνταγμα πρόβλεψε (λύση πλησιέστερη στο ίδιο το Σύνταγμα), όμως προτιμήθηκε από την Εκτελεστική Εξουσία και επικυρώθηκε από τη Βουλή με Νόμο, η δημιουργία ενός νέου Δικαστηρίου ως μορφή «μπαλώματος», προς αποφόρτιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο νέο, «Διοικητικό», όπως ονομάστηκε, Δικαστήριο, η 8η τροποποίηση του Συντάγματος και η νέα Νομοθεσία κληροδότησαν, ως άμεση δικαστική ύλη, όλες τις πρωτόδικες εκκρεμούσες προσφυγές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου!

Μ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, ο Νομοθέτης, με τη σύμφωνη γνώμη Υπουργού, Γενικού Εισαγγελέα και Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προκύπτει από τα πρακτικά της Επιτροπής Νομικών της Βουλής, αφ’ ενός δεν τήρησε τη διάκριση των εξουσιών και, αφ’ ετέρου, απλώς αφαίρεσε δικαστική εκκρεμούσα ύλη και δικαιοδοσία από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ κατά το Σύνταγμα αυτή η δικαιοδοσία (περί την διοικητική δικαιοσύνη) είχε αποδοθεί αποκλειστικά στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Μάλιστα, η διαδοχή των αποφάσεων από το 1964 διαμόρφωσε ένα καθαρά Κυπριακό Δίκαιο, του οποίου τη σημασία και προσφορά αναγνώρισε η ίδια η Βουλή και «κωδικοποίησε» σε Νόμο τις κυριότερες τουλάχιστον αρχές, το 1999 (περί των Αρχών του Διοικητικού Δικαίου). Πρέπει να θυμίσω ότι, όταν ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος διοργάνωνε ενημερωτικές ανοικτές συνεδριάσεις, για προβληματισμό περί την ανάγκη της συγκεκριμένης 8ης συνταγματικής τροποποίησης, εκεί κάποιοι από εμάς τάχθηκαν με διαφωνία, γιατί επρόκειτο για μια σπασμωδική ή μεμονωμένη κίνηση, χωρίς περαιτέρω προβληματισμό ή σφαιρικό προγραμματισμό που δεν θα μπορούσε να λύσει τα ευρύτερα προβλήματα, όπως και δεν τα έλυσε, ως προκύπτει από τη «σκιά» που τώρα προέκυψε.

Η διοικητική δικαιοσύνη

Βέβαια, δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι η διοικητική δικαιοσύνη με το νέο Δικαστήριο σε πρώτο βαθμό απονέμεται από Δικαστές που διορίστηκαν με προδιαγεγραμμένες απαιτήσεις προσόντων, γνώσεων και πείρας στον συγκεκριμένο τομέα. Όμως, η έναρξη της λειτουργίας του νέου Διοικητικού Δικαστηρίου, ενώ αποτέλεσε μια σημαντική κατακόρυφη διαφοροποίηση στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, έξω από την αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν σχεδιάστηκε ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των διαδικασιών για την απονομή της δικαιοσύνης. Απλώς αφαίρεσε την αποκλειστική αρμοδιότητα που κατά το Σύνταγμα ανήκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και πρόσθετα κατέστησε το Ανώτατο Δικαστήριο, μόνο ως Εφετείο, περί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.

Οι όποιες απόψεις για συνταγματικές διαφοροποιήσεις ή λειτουργία έξω από το Δίκαιο της Ανάγκης ή ακόμη η δημιουργία τριτοβάθμιου Δικαστηρίου απαιτούν σοβαρότατη και σε βάθος μελέτη για όλα τα υπαρκτά προβλήματα. Κάτι που δεν έγινε, ενώ ήταν οφειλόμενο να γίνει με συνέπεια και διορατικότητα. Με τις σημερινές καταστάσεις και αμφισβητήσεις είναι απαραίτητη ανάγκη. Έχει όμως προεκτάσεις περί την έννοια του Κράτους Δικαίου, που δεν επιτρέπουν πειραματισμούς υπό σπουδήν και πρόχειρες λύσεις, γιατί αφορά το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, χωρίς σκιές και αμφισβητήσεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος