«Η Συμφωνία των Πρεσπών ανοίγει τον Ασκόν του Αιόλου, δηλαδή δημιουργεί εκ του μη όντος ένα διεκδικητικό πλαίσιο πολιτικών από τρίτες χώρες»

Η ανθρώπινη, κοινωνική, αλλά και ευρύτερη διεθνής δράση δεν εξικνείται απλώς στα εθνικά σύνορα, αλλ’ εκτείνεται παντού στην οικουμένη. Συμβαίνοντα ή επερχόμενα σε εθνικό, διεθνικό ή περιφερειακό επίπεδο μεταδίδονται παντού, μεταφέρονται ως εικόνα σε πλανητική διάσταση. Αυτό σημαίνει πως, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την Συμφωνία των Πρεσπών, η παράσταση μιας κατά ταύτα υποχωρητικότητας μεταδίδεται ως διάσταση, αλλά και ως βήμα εθνικής συμβιβαστικής, νεφελώδους στάσης, εκχωρούσης ανωφέλως εθνικές θέσεις και ιστορικές παρακαταθήκες στην άλλη πλευρά.

Τούτο γεννά αφεύκτως και στους τρίτους, συμμετέχοντες στο διεθνές σύστημα παράγοντες, τη βούληση ανάπτυξης διεκδικητικής στάσης έναντι κράτους, παραχωρούντος εθνικό χώρο σε επίπεδο δικαιωμάτων και συμφερόντων. Αυτό αποδίδεται στον φυσικό κανόνα που διέπει, δεδομένης της παγκόσμιας αναρχίας, τις σχέσεις λαών, εθνών και κρατών παλαιόθεν και διατυπώνεται εν γένει σε έναν διαγκωνισμό πρωτοκαθεδρίας ισχύος στη δομή και στις διεργασίες της διεθνούς πολιτικής έναντι του δικαίου. Κυριαρχεί η αρχή της υποχωρητικότητας του δικαίου έναντι της ισχύος στη διεθνή πολιτική, βρίσκοντας εφαρμογές παντού, των Πρεσπών μη εξαιρουμένων. Επομένως, η εκχώρηση της μακεδονικής ταυτότητας στην τιτοϊκή κατασκευή των Σκοπίων, δεν μπορεί να παραπέμπει ούτε σε τακτικό ελιγμό, ούτε σε δευτερευούσης σημασίας ζητήματα πολιτικής, αλλά άπτεται αυτής τούτης της στρατηγικής του κράτους.

Η σημερινή συνθήκη υποτελούς στάσης βρίσκεται απέναντι στην υποχρέωση της εκάστοτε ηγεσίας της χώρας να υπερασπίζεται πρωτίστως και άνευ εταίρου το εθνικό συμφέρον. Το τελευταίο συμπυκνώνει, όχι μόνο την βούληση των πολλών, δηλαδή τη δημοκρατική επιταγή της πολιτικής, αλλά πολύ περισσότερο την ιστορία, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό και το σύστημα αξιών. Οι Πρέσπες παραμένουν παρούσες στην καθημερινότητα της πολιτικής, απλώνοντας σε κάθε πτυχή του πολιτικού συστήματος τη σκιά τους, όπου εν είδει στίγματος προσανατολίζουν την πολιτική ως πορεία και βηματισμό στο μέλλον.

Κατόπιν τούτων, η ως άνω Συμφωνία αποτελεί ένα σημείο αναφοράς, το οποίο εκπέμπει αρνητικά μηνύματα ως προς την προβολή αποτρεπτικής ισχύος και δεδηλωμένης αντίληψης εθνικής αποφασιστικότητας. Το μηνυματικό πλαίσιό της συνίσταται στην προβολή της εικόνας μιας χώρας, της οποίας η ηγεσία δεν υπερασπίζεται, ως οφείλει, με αποφασιστικότητα, πολιτική θέληση και στρατηγική οργάνωση, το εθνικό συμφέρον, κυρίως δεν αναπτύσσει συγκροτημένες πολιτικές σε συνάρτηση και συνεννόηση με το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, της αντιπολιτεύσεως μη υπολειπομένης.

Στην περίπτωση που βιώνουμε σήμερα αντιμετωπίζουμε μία πολιτική κομματικών αντιλήψεων και προσωπικών στάσεων, η οποία δεν μπορεί να εκφράσει ούτε το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ούτε την ιστορία, ούτε τον πολιτισμό της. Η κρατική οντότητα, το πολιτικό σύστημα, ακόμη δε και το ίδιο το έθνος των Ελλήνων υπέστη από αυτήν τη Συμφωνία ένα πλήγμα, που αφενός μεν αποτυπώνεται στην ίδια την επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα Συμφωνία, αφετέρου δε παραπέμπει σε ένα πρόβλημα αξιοπιστίας της χώρας, στον βαθμό που συνομολογήθηκε μία συμφωνία μεταξύ ανίσων, της Ελλάδος ούσας από θέση ισχύος, με επιβαρυντικά για τη χώρα στοιχεία.

Το γεγονός ότι κάποτε θα έπρεπε να επέλθει μια συμφωνία με τον βόρειο γείτονα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πως θα απέβαινε λεόντιος τέτοια. Πρέπει να κατανοήσουμε πως οι σχέσεις μεταξύ των κρατών παραπέμπουν σε μία αδυσώπητη μάχη συμφερόντων, επικράτησης του ισχυρότερου επί του ασθενέστερου. Στην περίπτωση της Συμφωνίας με τα Σκόπια εσυνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ο ασθενέστερος επεβλήθη του ισχυρότερου.

Δεδομένης της εικόνας υποχωρητικότητας της χώρας έναντι πάντων, θα πρέπει να αναμένεται η αύξηση διεκδικητικών προθέσεων και ενεργειών πανταχόθεν, στον βαθμό που η εικόνα των τρίτων έναντι ημών μαρτυρεί μιαν αδυναμία ή ανικανότητα υπεράσπισης συμφερόντων. Θα λέγαμε πως Τουρκία και Αλβανία, που αποτελούν τους συνήθεις επιθετικά υπόπτους, στα μεθεόρτια των Πρεσπών θα δηλώσουν παντί τρόπο παρουσία, καθώς έχουν λάβει ένα ξεκάθαρο μήνυμα.

Οι Πρέσπες καλλιεργούν εύφορο έδαφος ανάπτυξης διεκδικητικών προβολών από υπαρκτούς και ανύπαρκτους αντιπάλους, τόσο εντός της χώρας, όπως συμβαίνει με το «Ουράνιο Τόξο», του οποίου ο εκπρόσωπος, ειρήσθω εν παρόδω, με δηλώσεις του προτίθεται να συμβάλει στην αποκατάσταση της «εθνικής αυτογνωσίας των Ελλήνων!», ενώ σημειώνεται, επίσης, πως και μετά τη Συμφωνία, θέτουν οι ίδιοι και πάλι θέμα «μακεδονικής μειονότητας» στη βόρειο Ελλάδα.

Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει και κίνηση των Τιράνων σε σχέση με ανύπαρκτη, πλην όμως εκκολαπτόμενη αλβανική μειονότητα στη χώρα. Στο ίδιο πλαίσιο η Τουρκία θα εντείνει τις πιέσεις της εν είδει ασφυκτικού κλοιού, ευρισκόμενη σε άξονα με τα Τίρανα ως προς το καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη.

Αυτό που επέρχεται είναι πως η Συμφωνία των Πρεσπών ανοίγει τον Ασκόν του Αιόλου, δηλαδή δημιουργεί εκ του μη όντος ένα διεκδικητικό πλαίσιο πολιτικών από τρίτες χώρες, στον βαθμό που η παράσταση που μεταδίδει το ελληνικό κράτος είναι μιας κρατικής οντότητας υποχωρούσης και έτοιμης να μοιράσει ανευθύνως εθνικά δικαιώματα.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο