Ο πολύ λίγος χρόνος λειτουργίας των σχολείων (καθημερινά/ετήσια) δεν αρκεί ούτε για την ομαλή ανάπτυξη της διδακτέας ύλης, πολύ δε περισσότερο για την εμπέδωσή της. Το σύστημα το μόνο που καταφέρνει είναι να δημιουργεί άγχος στους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς κι ασφαλώς τους γονείς
Δεν είναι μόνο στην πολιτική που παρουσιάζεται πολλές φορές το φαινόμενο της υπεροψίας από μέρους των δυνατών, αλλά δυστυχώς κι από οργανωμένα επαγγελματικά σύνολα. Έχω κατά καιρούς αναφερθεί στις δυσμενείς συνέπειες που το πείσμα συνδικαλιστικών οργανώσεων είχε ακόμη και για τα μέλη τους (π.χ. το αναλογικό σχέδιο κοινωνικών ασφαλίσεων). Σήμερα θα ασχοληθώ με τις οργανώσεις των εκπαιδευτικών και τη διαχρονική στάση τους στο θέμα της αναβάθμισης της εκπαίδευσης.
Θα ανέμενε κανένας από τις εκπαιδευτικές οργανώσεις να ασχοληθούν περισσότερο με το θέμα αυτό. Απεναντίας, όποτε επιχειρήσαμε να εισαγάγουμε κάποιες καινοτομίες, τις βρήκαμε αντιμέτωπες ή αδιάφορες. Από τότε που ασχολήθηκα με τα θέματα της Παιδείας, προσπάθησα να τις αναμείξω στον προγραμματισμό/συντονισμό της ανάπτυξής της. Κατά την ετοιμασία του Δεύτερου Σχεδίου Ανάπτυξης, 1967-1971, σχηματίσαμε Συμβουλευτική Επιτροπή Παιδείας, μια από αριθμό τέτοιων επιτροπών που συνεστήθησαν για πρώτη φορά, για να δοθεί η ευκαιρία στον ιδιωτικό τομέα και άλλους φορείς να κάμουν εισηγήσεις για το πρόγραμμα της επόμενης πενταετίας κι όχι μόνο. Ο θεσμός της Συμβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας έγινε μόνιμος για κάποιο καιρό. Δυστυχώς, εγκαταλείφθηκε.
Ανταποκριθέντες στην παράκληση του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, Υπουργού Παιδείας, βοηθήσαμε κι άνοιξε ο δρόμος για την υιοθέτηση από το σχολικό έτος 1972-1973 της σταδιακής εισαγωγής της δωρεάν παιδείας μέχρι το 18ο έτος και της υποχρεωτικής μέχρι το 15ο έτος της ηλικίας. Το Δεύτερο Σχέδιο Ανάπτυξης διελάμβανε την αναβάθμιση της υποδομής του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να δεχθεί τη μεγαλύτερη εισροή μαθητών. Όμως, από τότε έγινε φανερόν ότι ουδεμία καινοτομία μπορεί να συντελεστεί, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπήρχε ελεύθερος χρόνος για τίποτε πρόσθετο (είχε ήδη θεσμοθετηθεί και στη δημοτική η πρωινή φοίτηση) και γιατί οι εκπαιδευτικοί διορίζονται με τρόπο μη αξιοκρατικό.
Ο πολύ λίγος χρόνος λειτουργίας των σχολείων (καθημερινά/ετήσια) δεν αρκεί ούτε για την ομαλή ανάπτυξη της διδακτέας ύλης, πολύ δε περισσότερο για την εμπέδωσή της. Το σύστημα το μόνο που καταφέρνει είναι να δημιουργεί άγχος στους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς κι ασφαλώς τους γονείς. Πού να βρεθεί χρόνος για κάποια επιπλέον ασχολία ή μάθημα; Η παντελής παραγνώριση της πραγματικότητας αυτής οδηγεί και στην παραπαιδεία. Συνεχώς μιλούμε για τον ευεργετικότατο ρόλο της Παιδείας πάνω στη διάπλαση του χαρακτήρα και τη διάνοιξη του πνευματικού ορίζοντα των παιδιών. Σκεφτήκαμε, όμως, πόσο λίγο χρόνο είναι εκτεθειμένα τα παιδιά στη θετική επήρεια της εκπαίδευσης; Ελάχιστο!
Το ολοήμερο σχολείο
Τα θέματα αυτά επανέφερα κατά τη σύντομη παραμονή μου στο Υπουργείο Παιδείας το 1988/89. Με την ευκαιρία της εισαγωγής της πενθήμερης βδομάδας εργασίας στη δημόσια υπηρεσία, προσπαθήσαμε να προωθήσουμε την εισαγωγή του ολοήμερου σχολείου. Καθορίστηκαν οι σκοποί κι οι στόχοι του, οι ώρες λειτουργίας σε όλες τις βαθμίδες και υπολογίστηκαν οι ανάγκες σε κτήρια, εξοπλισμό και διδακτικό προσωπικό. Λύση βρέθηκε και για τη μεσημεριανή σίτιση των μαθητών, που ενέχει μεγάλη σημασία για την κοινωνικοποίηση των παιδιών.
Αφού εξασφαλίσαμε την έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, προχωρήσαμε με τις αναγκαίες διαβουλεύσεις. Η απάντηση της ΠΟΕΔ/ ΟΕΛΜΕΚ/ΟΛΤΕΚ ήταν ένα σκέτο όχι. Δυστυχώς κι οι Γονιοί Μέσης Εκπαίδευσης απέρριψαν την πρότασή μας. Σε λίγον καιρό έφευγα από το Υπουργείο Παιδείας. Συνέχισα, όμως, να έχω την άποψη ότι ακρογωνιαίος λίθος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης πρέπει να είναι η λελογισμένη επέκταση του χρόνου εκπαίδευσης των παιδιών μέσα στο σχολικό έτος.
Οι διορισμοί
Εξάλλου, από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με τα θέματα της Παιδείας, με ενοχλούσε ο αυτόματος διορισμός στη δημόσια εκπαίδευση των αποφοίτων πανεπιστημίων μόλις ερχόταν η σειρά τους. Κι η σειρά αυτή δεν είχε να κάμει με την επίδοση, τις ικανότητες ή τα προσόντα τους, αλλά με τον χρόνο που πήραν το πτυχίο. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν κατά καιρούς για αλλαγή του συστήματος, τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του καταλόγου συνεχώς αυξάνονταν, με προμετωπίδα την αποφυγή πολιτικών κι άλλων παρεμβάσεων στους διορισμούς. Οποία ειρωνεία! Για να αποφευχθούν οι τυχόν αναξιοκρατικοί διορισμοί, να συντηρούμε ένα σύστημα διορισμών που από μόνο του είναι αναξιοκρατικό!
Η πρότασή μας τo 1988/89 ήταν να βελτιωθεί ριζικά η λειτουργία του συστήματος με τη δημιουργία ενός αξιοκρατικού καταλόγου. Η κατάταξη των υποψηφίων κάθε χρόνο να γίνεται με βάση μετρήσιμα αξιοκρατικά κριτήρια (γενική αξιολόγηση των επιδόσεων, πρόσθετων προσόντων, των αποτελεσμάτων ειδικών εξετάσεων, γνώσεων παιδαγωγικών) και σε λιγότερο βαθμό με τα αποτελέσματα προφορικής συνέντευξης. Για να μην υπάρξει κενό κατά τη μετάβαση στο νέο, η εισήγηση ήταν οι διορισμοί να γίνονται κι από τους δύο καταλόγους για όσο διάστημα χρειάζεται να ισχύσει φυσιολογικά ο νέος. Το σχέδιο εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά οι συνδικαλιστικές οργανώσεις το απέρριψαν. Το θέμα προσπάθησαν να προωθήσουν οι επόμενοι Υπουργοί Χρ. Χριστοφίδης και Κλ. Αγγελίδου, χωρίς αποτέλεσμα.
Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2018 για τη λήψη απόφασης για τη λειτουργία ενός αξιοκρατικού καταλόγου διορισίμων. Εξάλλου, μόλις πρόσφατα συμφωνήθηκε ότι ο Υπουργός Παιδείας θα πραγματοποιεί μια συνάντηση κάθε μήνα με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις, για να ανταλλάζονται απόψεις για τα θέματα που αφορούν την κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης. Ας ελπίσουμε ότι και τα δύο θα έχουν αίσια και ουσιαστική κατάληξη.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




