Στην περίπτωση του σκοπιανού ζητήματος, που άπτεται εθνικών συμφερόντων της Ελλάδος, το γεγονός πως η Γερμανίδα καγκελάριος απηύθυνε την ευγνωμονούσα ικανοποίησή της για την Συμφωνία των Πρεσπών, ουδόλως πρέπει να προσδίδει στην ελληνική κοινωνία και τον πολιτικό κόσμο την αίσθηση μιας αληθούς επιβράβευσης, αλλά πολύ περισσότερο αποδίδεται τούτο ως συγκατάνευση προς την εκπλήρωση διά της ελληνικής πολιτικής των στρατηγικών στοχεύσεων του Βερολίνου στην περιοχή
Η Γερμανίδα καγκελάριος, Άγκελα Μέρκελ, επισκέφθηκε την Αθήνα, αφού προηγήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο αντίστοιχη επίσκεψη στα Σκόπια, για να επιβραβεύσει τις κυβερνήσεις των δύο χωρών για την Συμφωνία των Πρεσπών και να επιβεβαιώσει, να διασφαλίσει, εν τέλει, την υπερψήφισή της στις Βουλές των δύο χωρών. Η επίσκεψη τούτη είναι σχεδόν ταυτισμένη με την ενεργό προσπάθεια του γερμανικού παράγοντα να στηρίξει τα μέρη που συνομολόγησαν την Συμφωνία, η οποία, για τη γερμανική θεώρηση, ήταν και παραμένει μια «ιστορική ευκαιρία», όπως οι ίδιοι την αποκαλούν.
Αυτό πέραν της «φιλικά», ως θέλει να εμφανίζεται, παρεμβατικής λειτουργίας του Βερολίνου στις δύο χώρες, δεν παύει να αποτελεί μία υποτιμητική εκδήλωση για το κύρος και την πολιτική παρουσία των Αθηνών διαχρονικά στον κόσμο, όταν η καγκελάριος έρχεται, ταυτίζοντας, προς στιγμήν, το ελληνικό εθνικό κράτος με το νεοπαγές τιτοϊκό κατασκεύασμα των Σκοπίων, επιδαψιλεύοντας και στους δύο την ικανοποίηση και την εν γένει μεγάθυμο παράσταση αναγνώρισης πολιτικών, έτσι ώστε να στηρίξει αμφότερες τις κυβερνήσεις και τους συμπράττοντες στη συμφωνία.
Είναι παλαιόθεν γνωστό το διαρκές και ζωηρό ενδιαφέρον του Βερολίνου για την ένταξη των Σκοπίων στους βορειοατλαντικούς, τους ευρωπαϊκούς και δυτικούς εν γένει θεσμούς. Τα Σκόπια είναι ένας ανέκαθεν προσφιλής επενδυτικά χώρος του διεθνούς δυτικού παράγοντα, ιδιαιτέρως της Γερμανίας, όχι μόνο γιατί το επενδυτικό κλίμα και οι δυνατότητες οικονομικής διείσδυσης προσελάμβαναν το καθεστώς ενός είδους terra libera, αλλά και γιατί βρίσκονται στα νώτα της Σερβικής Ομοσπονδίας, σε μια θέση στρατηγικής αλληλεξάρτησης και εκδήλωσης αναγκαιοτήτων προστασίας και υπεράσπισης του χώρου ως εσαεί διεκδικούμενης ζώνης.
Η στρατηγική του Βερολίνου
Πρόκειται για ασταθή και αμφιβόλου βιωσιμότητας πολιτικό χώρο, που με την ένταξή του σε συνθήκες σταθερότητας, όπως το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο ή και η ΕΕ, επιχειρείται η διασφάλιση της περαιτέρω πορείας του ως κρατικής οντότητας. Η στρατηγική του Βερολίνου απεικονίζει επιδιώξεις μεγάλης δύναμης, που επιχειρεί την ηγεμόνευση του χώρου, τη φινλανδοποίηση της περιοχής και την υπαγωγή της σε διαδικασίες πολιτικής αποικιοποίησης. Πρόκειται για μια συνήθη, θα λέγαμε, συνεπή, αντίληψη πολιτικού ρεαλισμού, ιδίως μάλιστα του διεθνούς παράγοντα και των κρατικών οντοτήτων εν γένει, οι οποίες προβάλλουν τα συμφέροντά τους, αδιαφορώντας εάν τούτα ως διεκδικήσεις ταυτίζονται ή όχι με υφιστάμενους κανόνες δικαίου ή εάν κείνται πέραν ή και εκτός του δικαίου.
Η περιοχή των Σκοπίων αντανακλά ένα γεωστρατηγικά ευκόλως αποτυπούμενο ενδιαφέρον, αφού εκλαμβάνεται ως το γεωπολιτικό, δηλαδή το στρατηγικής υφής μαλακό υπογάστριο της Βαλκανικής, εκπέμποντας πολιτικά δρώμενα, που απεικονίζουν συμφέροντα ως πολιτικές επιδιώξεις ικανοποίησης αναντιρρήτως προφανών στρατηγικών. Επισημαίνεται πως η υφιστάμενη σύνθετη κατάσταση του βαλκανικού φαινομένου δεν βρίσκεται μόνο σε διάσταση, απλώς, περιφερειακών, εθνικών συγκρούσεων και εθνικιστικών ανακατατάξεων, αλλά εκδηλώνει και ένα διεθνές πλαίσιο αντιθέσεων, στον βαθμό που τόσο η Ρωσία, όσο και οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται και παρεμβαίνουν στην περιοχή, με στόχο τη διασφάλιση συμφερόντων σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι διαδρομών επιρροής, όπως είναι τα Δυτικά Βαλκάνια και η βαλκανική, εν γένει, χερσόνησος, η επονομαζόμενη στο παρελθόν πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης.
Η γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια, πέραν του εγνωσμένου σε μια ιστορική διαδρομή ειδικού ενδιαφέροντος του Βερολίνου για τα Σκόπια, στηρίζει την ανάπτυξη και την ενσωμάτωση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς των Δυτικών Βαλκανίων, ιδιαιτέρως, μάλιστα, του Κοσόβου και της Αλβανίας, πράγμα που στη γερμανική αντίληψη αντικρίζεται ως διαδικασία εξευρωπαϊσμού της περιοχής. Αυτό βεβαίως είναι μία προσέγγιση σε επίπεδο πολιτικού ευχολογίου, στον βαθμό που το αλβανικό σύστημα, για να μετατραπεί σε ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, θα πρέπει να αναδομηθεί εκ βάθρων, όπερ όχι μόνο δυσχερές, αλλά κατά το μάλλον ή ήττον αδύνατο.
Επανερχόμενοι στο αρχικό ζήτημα της επίσκεψης και τις επισημάνσεις που αφορούν στο προσφυγικό, εστιάσθηκαν οι αναφορές στις ευθύνες του τουρκικού παράγοντα και την αναγκαιότητα αναζήτησης τρόπων περιορισμού στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό των ροών προς την Ευρώπη, κυρίως δε εκπόνησης ενός σχεδίου, που να κατορθώνει να κρατήσει τους ανθρώπους στις χώρες προέλευσής τους. Το τελευταίο αναδεικνύει ταυτόχρονα δομικές αδυναμίες της Ευρώπης ως προς την ικανότητά της να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές κατά τρόπο ενιαίο, καθολικό και αδιαίρετο, όπως συμβαίνει με πολιτικούς οργανισμούς και κράτη που είναι σε θέση να λαμβάνουν και να πραγματώνουν αποφάσεις.
Εν κατακλείδι, στην περίπτωση του σκοπιανού ζητήματος, που άπτεται εθνικών συμφερόντων της Ελλάδος, το γεγονός πως η Γερμανίδα καγκελάριος απηύθυνε την ευγνωμονούσα ικανοποίησή της για τη Συμφωνία των Πρεσπών, ουδόλως πρέπει να προσδίδει στην ελληνική κοινωνία και τον πολιτικό κόσμο την αίσθηση μιας αληθούς επιβράβευσης, αλλά πολύ περισσότερο αποδίδεται τούτο ως συγκατάνευση προς την εκπλήρωση διά της ελληνικής πολιτικής των στρατηγικών στοχεύσεων του Βερολίνου στην περιοχή. Η ιστορία μάς διδάσκει πως στην διεθνή πολιτική τα κράτη δεν σέβονται εκείνους που υποχωρούν και παραδίδουν τα συμφέροντα και τα δίκαιά τους, αλλά εκείνους που είναι σε θέση να υπερασπίζονται τις εθνικές τους υποθέσεις.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




