Το θέμα της συνταξιοδότησης των οικοκυρών ηγέρθη το 1990 από οργανώσεις τους. Άρχισα μια συζήτηση μαζί τους και καταλήξαμε να προωθήσουμε ένα σχέδιο συνταξιοδότησής τους στο 68ο έτος της ηλικίας τους, με το μίνιμουμ ποσό σύνταξης του γενικού σχεδίου και ανάλογη συνεισφορά εκ μέρους τους ως αυτοεργοδοτουμένων
Όταν το 1964 έγινε η μεγάλη επέκταση του Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να καλύψει κάθε εργαζόμενο στην Κύπρο, άφησε ακάλυπτες τις οικοκυρές και τις γυναίκες των γεωργών και όσους αμελούσαν να εγγραφούν στο Σχέδιο. Το θέμα της συνταξιοδότησης των οικοκυρών ηγέρθη το 1990 από οργανώσεις τους.
Άρχισα μια συζήτηση μαζί τους και καταλήξαμε να προωθήσουμε ένα σχέδιο συνταξιοδότησής τους στο 68ο έτος της ηλικίας τους, με το μίνιμουμ ποσό σύνταξης του γενικού σχεδίου και ανάλογη συνεισφορά εκ μέρους τους ως αυτοεργοδοτουμένων. Ευρύτερος σκοπός του σχεδίου ήταν η συμβολή στη βελτίωση της θέσης της οικοκυράς στην κοινωνία, μαζί με άλλα μέτρα και σχέδια πολιτικής που προωθήθηκαν (εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου, παροχή προληπτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών σε οικογένειες, δημιουργία βρεφοπαιδοκομικών σταθμών και κέντρων φροντίδας ατόμων με ειδικές ανάγκες, προστασία της μητρότητας, εκπαίδευση κι επανεκπαίδευση της γυναίκας για διευκόλυνση της ένταξης/επανένταξής της στην αγορά εργασίας).
Παράλληλα εξετάσαμε τη δυνατότητα να καλύψουμε και τις αγρότισσες. Οι αγρότισσες δεν ήταν σε θέση, όπως οι οικοκυρές, να συνεισφέρουν για την ασφάλισή τους. Επιπλέον, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν έβλεπαν με καλό μάτι να επιβαρυνθεί το Τ.Κ. Ασφαλίσεων με έναν μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων με περισσότερα δικαιώματα από υποχρεώσεις. Έτσι, καταλήξαμε στην κοινωνική (λαϊκή) σύνταξη, δηλαδή το Κράτος να καταβάλλει το ίδιο, από δικούς του πόρους, σύνταξη μετά από κάποια ηλικία στα άτομα αυτά.
Όταν παρουσίασα στο Υπουργικό Συμβούλιο ένα περίγραμμα του Σχεδίου Κοινωνικής Σύνταξης προς το τέλος του 1992, ο Πρόεδρος Βασιλείου, με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, παρέπεμψε την εισαγωγή του στη νέα θητεία του, μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1993. «Άσε και κάτι για την επόμενη πενταετία!». Η Κυβέρνηση Κληρίδη έσπευσε να προωθήσει το Σχέδιο, εξασφαλίζοντας, έτσι, στα γεράματά τους όλες εκείνες τις αφανείς εργάτριες της οικογένειας και της γης.
Το κρατικό βοήθημα
Η παροχή κρατικού βοηθήματος σε άπορους πολίτες εισήχθη από την Αποικιοκρατική Κυβέρνηση. Το Τμήμα Ευημερίας ήθελε από την εποχή της Ανεξαρτησίας να το καλύψει νομοθετικά, ώστε η βοήθεια να μην παρέχεται, απλώς, ως ‘φιλανθρωπία’, αλλά δικαιωματικά. Ο φόβος μας ήταν μήπως, με την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος, ανοίγαμε τον Ασκό του Αιόλου κι ωθούσαμε πολλούς στο περιθώριο, όπως έγινε αλλού. Με την καταστροφή που επισώρευσε η τουρκική εισβολή, ο αριθμός των εξαρτημένων από την κρατική βοήθεια πήρε τρομακτικές διαστάσεις. Σχεδόν ο μισός πληθυσμός κατέστη εξαρτημένος από το κυβερνητικό πρόγραμμα περίθαλψης και αποκατάστασης εκτοπισθέντων και παθόντων. Το όλο έργο ανέλαβε η συσταθείσα προς τούτο Υπηρεσία Μέριμνας κι Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων και Παθόντων.
Με τις διαστάσεις που πήραν οι ανάγκες, οι παλιοί μας ενδοιασμοί ήρθησαν εκ των πραγμάτων. Τι ειρωνεία! Προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε την κοινωνία από τους λίγους, που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν το δικαίωμά τους σε δημόσιο βοήθημα και ελέω εισβολής ο μισός πληθυσμός κατέστη αναγκαστικά δικαιούχος από τη μια μέρα στην άλλη. Έτσι, η παροχή δημοσίου βοηθήματος μετατράπηκε σε δικαίωμα του κάθε πολίτη. Σήμερα διαθέτουμε ένα κράτος ευημερίας, όπου κανένας δεν μπορεί να πέσει κάτω από ένα μίνιμουμ επίπεδο διαβίωσης.
Ως Υπουργός Εργασίας, είχα κηρύξει την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, 1990-2000, ως δεκαετία ανάπτυξης κοινωνικής ευημερίας, ώστε, ‘στο τέλος του απερχόμενου αιώνα, να έχει εδραιωθεί ένα κράτος ευημερίας, στο οποίο ο κάθε πολίτης θα είναι κοινωνός στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και στα αγαθά της, και σε μια κοινωνία βασιζόμενη στην αμοιβαία στήριξη των μελών της και σ' εκείνους τους θεσμούς και αξίες που αναπτύσσουν κι εξυψώνουν τον άνθρωπο και προσδίδουν ποιότητα στη ζωή’.
Κοινωνική ευημερία
Παρόλη την πρόοδο που έγινε στον τομέα της κοινωνικής ευημερίας, πιστεύω ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα, αν το θέμα αντιμετωπίζετο σφαιρικά κι όχι αποσπασματικά. Γιατί, την ευημερία δεν τη διασφαλίζουν από μόνα τους ούτε το δημόσιο βοήθημα (Τμήμα Ευημερίας), ούτε η κοινωνική σύνταξη (ΤΚΑσφαλίσεων), ούτε τα στεγαστικά σχέδια (Τμήμα Πολεοδομίας, Οργανισμοί Χρηματοδότησης Στέγης και Ανάπτυξης Γης), ούτε ο Φορέας Ισότιμης Κατανομής των Βαρών της Εισβολής. Χωρίς να εισηγούμαι την υπαγωγή όλων σε ένα φορέα, πιστεύω ότι θα έπρεπε να συντονίζονται περισσότερο, ώστε πιο αποτελεσματικά να προωθείται ο κοινός σκοπός τους, η ανύψωση του επιπέδου διαβίωσης των πολιτών. Τον συντονισμό θα έπρεπε να αναλάβει το Τμήμα Ευημερίας, αφού διαρθρωθεί και στελεχωθεί κατάλληλα.
Αυτήν τη διάσταση προσπαθήσαμε να εισαγάγουμε στις εργασίες του Τμήματος ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Τρίτο Σχέδιο, 1972-1976: ‘Η τοποθέτηση του προγραμματισμού της κοινωνικής ανάπτυξης γενικότερα... πάνω σε καλύτερη βάση... Ως μέρος της συνολικής προσπάθειας ανάπτυξης θα προωθήσει περισσότερο την ενσωμάτωση του κοινωνικού και οικονομικού προγραμματισμού’. Η εφαρμογή του Τρίτου Σχεδίου διακόπηκε, ως γνωστόν, από την τουρκική εισβολή.
Όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μετακαλέσαμε ειδικό εμπειρογνώμονα, ο οποίος υπέβαλε έκθεση για την ανάπτυξη των υπηρεσιών του Τμήματος Ευημερίας στους τομείς της έρευνας, αξιολόγησης, συγκέντρωσης κι επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων και προγραμματισμού κοινωνικής ανάπτυξης. Δυστυχώς, το Τμήμα Ευημερίας παλινδρόμησε προς εκείνα τα πράγματα που παραδοσιακά έμαθε να κάνει καλύτερα και ούτε επήρε την ανάλογη επίσημη στήριξη προς την κατεύθυνση αυτή από τότε.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




