Εκείνο που υφίσταται σήμερα στην Κύπρο αποδίδεται ως «ειρήνη της κατοχής» κατά τα ανωτέρω, δηλαδή ως συστηματική και μαζική παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθερίων, όπερ σημαίνει πως στην Κύπρο, μη υφισταμένης μέχρι τούδε της δυναμικής διεκδίκησης ελευθερίας, παραχωρείται στον κατακτητή η ικανότητα της διατύπωσης του επιχειρήματος περί ειρήνης δεδομένης της απουσίας πολέμου. Ουδέν αναληθέστερον τούτου. Μπορεί να μην είναι ευδιάκριτη μια δυναμική και ένοπλη διεκδίκηση ελευθερίας στην Κύπρο, αλλά το γεγονός της κατοχής συνιστά μια πραγματικότητα παρανομίας, την οποία δεν έχει αποδεχθεί ο ελληνισμός
Υπάρχουν παραδοσιακές προσεγγίσεις ειρήνης, που ανάγονται στη συμβατική αντίληψη της ειρήνης και του περιεχομένου της, που παραπέμπουν στην αρνητική διάστασή της, δηλαδή του μη πολέμου. Αυτό σημαίνει πως η ειρήνη αποδίδεται ως «απουσία πολέμου». Ο Νορβηγός θεωρητικός της ειρήνης, Johan Galtung, αντιλαμβανόμενος την ειρήνη ως μια πολυδιάστατη φιλοσοφικοπολιτική έννοια, προσδίδει σε αυτήν το περιεχόμενο της θετικής και, κατ’ αντιδιαστολήν, αρνητικής ειρήνης. Η θετική ειρήνη είναι ταυτισμένη με την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την αυτοδιάθεση, την ισότητα και την αξιοπρέπεια ατόμων και λαών, που σημαίνει την άρση των συνθηκών φτώχειας και εξαθλίωσης, αναλφαβητισμού και ανισότητας ως στοιχείων που συνιστούν την κατά Galtung δομική βία.
Παραλλήλως, δε, διεκδικείται η εμπέδωση δομών και λειτουργιών που ενισχύουν συνθήκες κοινωνικής και οικονομικής ισότητας και δικαιοσύνης, δηλαδή κράτους δικαίου, που σημαίνει ανθρώπινα δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες, που άπτονται των συνθηκών ζωής ατόμων, αλλά και κοινωνικών και εθνικών ομάδων.
Αντιθέτως, η αρνητική ειρήνη είναι κατά τα ανωτέρω συνυφασμένη με μια στατικώς και περιορισμένα προσδιορισμένη θέαση της έννοιας ως διαδραματιζομένων γεγονότων και εξελίξεων, όπου δεν εκδηλώνεται το στοιχείο της βίας και της πολεμικής αναμέτρησης μεν, χωρίς όμως να αποκλείεται η ικανότητά του να εμφιλοχωρεί στις δομές των πολιτικών συστημάτων και των κρατικών οντοτήτων. Δομική βία, κατά ταύτα, προσδιορίζεται ως η στο πλαίσιο της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος αναπτυσσόμενη «ικανότητα» των δομών του, δηλαδή του θεσμικού του πλαισίου, για παραγωγή και αναπαραγωγή βίας και συγκρουσιακού φαινομένου.
Εκείνο που υφίσταται σήμερα στην Κύπρο αποδίδεται ως «ειρήνη της κατοχής» κατά τα ανωτέρω, δηλαδή ως συστηματική και μαζική παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθερίων, όπερ σημαίνει πως στην Κύπρο, μη υφισταμένης μέχρι τούδε της δυναμικής διεκδίκησης ελευθερίας, παραχωρείται στον κατακτητή η ικανότητα της διατύπωσης του επιχειρήματος περί ειρήνης δεδομένης της απουσίας πολέμου. Ουδέν αναληθέστερον τούτου. Μπορεί να μην είναι ευδιάκριτη μια δυναμική και ένοπλη διεκδίκηση ελευθερίας στην Κύπρο, αλλά το γεγονός της κατοχής συνιστά μια πραγματικότητα παρανομίας, την οποία δεν έχει αποδεχθεί ο ελληνισμός. Είναι, δε, γνωστό πως τόσο η ελευθερία όσο και η αξίωση επιστροφής στις πατρογονικές εστίες αποτελούν απαράγραπτα δικαιώματα του ελληνισμού της Κύπρου και της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία δεν μπορεί να απαλείψει καμία υπέρτερη, εν προκειμένω τουρκική, δύναμη.
Από τη δεκαετία του 1950 παρατηρείται στην Κύπρο παραβίαση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, ενώ σαφώς και αναντιρρήτως η κατά τα ανωτέρω προσδιορισθείσα ως συνθήκη θετικής ειρήνης ουδόλως εκδηλώνεται πραγματοποιούμενη στο πλαίσιο των κυπριακών εξελίξεων. Τούτο, γιατί όχι μόνο υπάρχει άρνηση εφαρμογής της αυτοδιάθεσης ως δικαίου και ως δικαιώματος, αλλά και γιατί η Κύπρος από το 1974 και εντεύθεν υφίσταται ως κατεχόμενη χώρα, όπου το δικαίωμα του λαού για ελευθερία τελεί υπό ένοπλη απαγόρευση. Το διεθνές πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού εκδηλώνεται στην προσδιοριζόμενη ως διζωνική αντίληψη διευθέτησης του προβλήματος, ενώ παραλλήλως δεν συζητείται το φλέγον ζήτημα της αποχώρησης των στρατευμάτων κατοχής πριν και πέρα από κάθε διαπραγμάτευση με την Τουρκία και την τουρκοκυπριακή πλευρά.
Η ειρήνη είναι συνυφασμένη με τη δικαιοσύνη
Αυτό που καλούμεθα να υπογραμμίσουμε είναι πως η ειρήνη είναι συνυφασμένη με τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και την ελευθερία. Επομένως και στην Κύπρο η θέση του ελληνισμού και της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπορεί να παραπέμπει στην αναγνώριση των τετελεσμένων της εισβολής ως σημείο αφετηρίας για τη διευθέτηση της κυπριακής υπόθεσης. Η αναγνώριση των τετελεσμένων επέρχεται de facto διά της διεξαγωγής συνομιλιών επίλυσης του προβλήματος μεσούσης της κατοχής. Κάτι τέτοιο αντανακλά στην κατά Θουκυδίδη διαπραγμάτευση ανίσων, που αφεύκτως οδηγεί τα πράγματα σε διαδικασίες επίλυσης που δεν ανταποκρίνονται ούτε στο κράτος δικαίου, ούτε στη δημοκρατική αρχή, ούτε στην ελευθερία εν γένει.
Πρόκειται για μια ιδιότυπη πρωτοτυπία να διεξάγονται συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού, δηλαδή για την εμπέδωση συνθηκών ειρήνης, μεσούσης της τουρκικής κατοχής. Κατ’ αναλογίαν, θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί ευκρινέστερα την ουσιαστική παραδοξότητα της προσέγγισης εφαρμοζομένου του συγκεκριμένου πλαισίου σε διαφορετικούς δρώντες και εποχές σε μια ιστορική αναγωγή και δη στη Γαλλία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατεχόμενης ούσης από τα ναζιστικά στρατεύματα.
Ο Γάλλος συνταγματάρχης, τότε, Ντε Γκωλ, ευρισκόμενος στο Λονδίνο ως επικεφαλής της γαλλικής αντίστασης κατά του κατέχοντος την Γαλλία Τρίτου Ράιχ, να προσχωρούσε, κατά το υποθετικό μας σχήμα, σε μια διαπραγμάτευση με την ηγεσία του ναζιστικού καθεστώτος, όπου, αποδεχόμενος την κατοχή, θα συζητούσε όρους και συνθήκες επιστροφής του στο κατεχόμενο από τα γερμανικά στρατεύματα Παρίσι. Εκείνο που συνέβη, όμως, στην πραγματικότητα ήταν διαφορετικό. Ο συνταγματάρχης Ντε Γκωλ ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη πορεία, κηρύσσοντας πόλεμο μέχρι τελικής απελευθέρωσης της Γαλλίας, όπερ και επήλθε.
Συμπερασματικά, η κατοχή είναι η υπέρτατη συνθήκη δομικής βίας και επομένως κατάσταση μη ειρήνης, επηρεάζουσα πολυδιάστατα και σε μακρά διαδρομή τον λαό εν τω συνόλω του, την εθνική υπόστασή του και το πολιτικό σύστημα ως τέτοιο. Η διαδικασία συνομιλιών και διαπραγμάτευσης με τις κατοχικές δυνάμεις προϊόντος του χρόνου και του πλαισίου ανισότητας, δηλαδή του ανισοζυγίου ισχύος που εκ των πραγμάτων υφίσταται, ενισχύει και νομιμοποιεί έτι περαιτέρω, ως μη όφειλε, τα κατοχικά δεδομένα. Συνεπώς, η διαδικασία, που παρουσιάζεται εν Κύπρω ως προωθούσα την ειρήνη, στην πραγματικότητα εμπεδώνει συνθήκες ακραίας δομικής βίας, δηλαδή φαινομένων πολεμικής κατοχής, καλλιεργώντας κατά ταύτα άκρατες μορφές ανελευθερίας και ανισότητας. Πρόκειται για μια κατάσταση, όπου η αποκαλούμενη ως διαδικασία ειρήνης αντιμάχεται, επί της ουσίας, αυτό τούτο το περιεχόμενό της.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




