ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΑΝΤΑΡΣΙΑ, ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΠΛΗΣΣΕΙ ΤΟΝ ΕΡΕΥΝΗΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΤΡΑΠΙΑΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥΣ. ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ, ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΕΙΣΑΓΟΥΝ ΟΠΛΙΣΜΟ -ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΟΙΑΡΙΟΥ ΝΤΕΝΙΖ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1959- Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΗΛΘΕ ΣΤΑ 10.000 ΤΕΜΑΧΙΑ. AΣ ΣΗΜΕΙΩΘΕΙ ΟΤΙ ΠΕΡΙΠΟΥ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΑΝ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΟΠΛΙΣΜΟΥ
Στις 30 Noεμβρίου του 1963 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατία (ΚΔ) παρέδωσε στον Τούρκο Αντιπρόεδρο ένα υπόμνημα με 13 προτάσεις, που θα καθιστούσαν λειτουργικό το σύνταγμα της ΚΔ και θα δημιουργούσαν ομαλές συνθήκες για την εύρυθμη λειτουργία της πολιτικής διεργασίας στη νεότευκτη KΔ.
Οι Τουρκοκύπριοι (ΤΚ), με τα υπερπρονόμια που είχαν πετύχει, βραχυκύκλωναν την πολιτική διεργασία στη νήσο. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 1961 αρνήθηκαν να ψηφίσουν τους φορολογικούς νόμους, ενώ τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο Αντιπρόεδρος Κουτσιούκ έθεσε βέτο για τη δημιουργία ενιαίου κυπριακού στρατού.
Οι Τουρκοκύπριοι χρησιμοποιούσαν τα υπερπρονόμιά τους για να πετύχουν παραχωρήσεις σε άλλα πεδία, όπως η αξίωσή τους για την εγκαθίδρυση χωριστών δήμων στις 5 πόλεις της νήσου. Πέραν του διοικητικού διαχωρισμού, αξίωναν, συγκεκριμένα, γεωγραφικό διαχωρισμό των δήμων, κάτι που δημιουργούσε πολυποίκιλα προβλήματα και ήταν αντίθετο με το άρθρο 173 του κυπριακού Συντάγματος.
Οι προτάσεις του Μακαρίου έγιναν μετά από παραίνεση του Βρετανού Υπάτου Αρμοστή Άρθουρ Κλαρκ. Έχει επικρατήσει σε μέρος της κοινής γνώμης και έχει καταγραφεί και στη βιβλιογραφία ότι η βρετανική παραίνεση προς τον Μακάριο ήταν δόλια, με σκοπό την υποδαύλιση διακοινοτικής κρίσης. Αυτή η προσέγγιση δεν ευσταθεί, αφού δεν επιβεβαιώνεται από το αρχειακό υλικό και την εν γένει έρευνα.
Πιο συγκεκριμένα, το Υπουργείο Αποικιών (CRO) ήταν πιο ευαίσθητο σε θέματα Κοινοπολιτείας και, συνεπώς, η στάση που τήρησε στο επίμαχο θέμα δεν ήταν αποθαρρυντική, εν αντιθέσει με το Foreign Office, το οποίο ήταν πιο ευαίσθητο στη διεθνή διάσταση του Κυπριακού και στη σχέση με την Άγκυρα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Ποιες ήταν, όμως, οι απόψεις του Βρετανού Υπάτου Αρμοστή; Αν και ο Ύπατος Αρμοστής δεν υποβλήθηκε σε… ορό της αλήθειας για να εξακριβώσουμε τις μύχιες σκέψεις του, τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν ότι ο Βρετανός διπλωμάτης πίστευε ότι η κυπριακή κρίση οφειλόταν στα υπερπρονόμια των Τουρκοκυπρίων και γι’ αυτόν τον λόγο θεωρούσε ότι, αν δεν αναγνωριζόταν αυτό, οι Ελληνοκύπριοι θα δρούσαν μονομερώς, με αποτέλεσμα την πυροδότηση κρίσης στην Κύπρο.
Μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο υπουργείων επικράτησε η άποψη του Υπάτου Αρμοστή, η οποία και κοινοποιήθηκε στον Μακάριο.
Ας επισημανθεί εδώ ότι το foreign office αποδέχτηκε την αναθεώρηση περιορισμένου εύρους και όχι ριζική μεταβολή του συντάγματος, αντιλαμβανόμενο ότι αυτή θα προέκυπτε μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Στις 12 Νοεμβρίου του 1963 ο Μακάριος παρέδωσε στον Ύπατο Αρμοστή τις προτάσεις του, οι οποίες δεν διαβιβάστηκαν αυτούσιες στο Λονδίνο, παρά μόνο μερικές από αυτές.
Συγκρουόμενοι στόχοι και επιδιώξεις
Στις 20 Δεκεμβρίου του 1963 ένα τυχαίο περιστατικό στην παλαιά Λευκωσία πυροδότησε την κρίση, που έμελλε να οδηγήσει σε έντονη διακυβερνητική διαμάχη και ακολούθως κατάρρευση της συνταγματικής τάξης. Όταν μια παρέα Τουρκοκυπρίων αρνήθηκαν να σταματήσουν σε ελληνοκυπριακό περίπολο, ακολούθησε διαπληκτισμός και ακολούθως δέχθηκε πυροβολισμούς, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας Τ/κ και μια Τ/κ πόρνη. Όπως εύστοχα έγραψε αργότερα η εφημερίδα «Πατρίς» (21.12.1966), «Φονεύθηκε μια πόρνη και κατέρρευσε ένα κράτος».
Μετά το συμβάν ακολούθησαν σφοδρές διακοινοτικές συγκρούσεις, με τους Τ/κ να συγκεντρώνονται σε 6 μεγάλους θύλακες, που αντιστοιχούσαν στο 4,86% του εδάφους του νησιού. Την ίδια ώρα, οι Τ/κ αποχώρησαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Δημόσια Υπηρεσία. Στο όλο σκηνικό προστίθετο η δεύτερη τουρκική απειλή για εισβολή στην Κύπρο (η πρώτη ήταν το 1958, μετά τις τότε διακοινοτικές ταραχές).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το κλίμα στην Κύπρο είχε δυναμιτιστεί από τον Μάρτιο του 1962, όταν άγνωστοι τοποθέτησαν βόμβες σε δύο τουρκικά τεμένη στην ελληνική συνοικία στη Λευκωσία, με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για το συμβάν. Λίγο αργότερα διεφάνη ότι οι βόμβες τοποθετήθηκαν από Τ/κ εθνικιστές, για να δημιουργηθεί διακοινοτική κρίση.
Ως προς την τουρκοανταρσία, αυτό που εκπλήσσει τον ερευνητή είναι η αστραπιαία και οργανωμένη αντίδρασή τους. Πιο συγκεκριμένα, οι Τουρκοκύπριοι άρχισαν να εισάγουν οπλισμό -είναι γνωστή η υπόθεση του πλοιαρίου Ντενίζ τον Οκτώβριο του 1959- ο οποίος ανήλθε στα 10.000 τεμάχια. Aς σημειωθεί ότι, περίπου δύο χρόνια μετά την υπογραφή των συμφωνιών, οι Τούρκοι συνέχιζαν την εισαγωγή οπλισμού. Εξάλλου, σύμφωνα με έγγραφο που βρέθηκε στο γραφείο του Τουρκοκύπριου Υπουργού Άμυνας, Οσμάν Ορέκ, οι Τ/κ αποδέχτηκαν τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου ως μεταβατικό στάδιο. Επιπλέον, στο έγγραφο προστίθετο πως θα επιδιωκόταν η σύγκρουση, ούτως ώστε τα Ηνωμένα Έθνη να πειστούν για τη διχοτόμηση.
Από την πλευρά τους, οι Ελληνοκύπριοι δημιούργησαν την οργάνωση Ακρίτας, με αρχηγό τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη και υπαρχηγούς τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Στόχος της οργάνωσης ήταν να σταλεί σε διεθνές επίπεδο το μήνυμα ότι οι συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου δεν ήταν δίκαιες και ότι η αναθεώρησή τους αποτελεί επιτακτική ανάγκη.
Στο δεύτερο μέρος του εγγράφου της οργάνωσης τονιζόταν η ιδέα της αναγκαστικής τροποποίησης του συντάγματος, «έστω και μονομερώς», αν αυτό απαιτείτο από τις περιστάσεις. Αν και η χρονική αλληλουχία των γεγονότων φαίνεται να δικαιώνει την ελληνοκυπριακή θέση ότι η οργάνωση είχε αμυντικό χαρακτήρα, η πρόνοια του σχεδίου Ακρίτας στο κεφάλαιο «τακτική» «για κήρυξη της ενώσεως» έδειχνε κακοπιστία. Γιατί, είναι ένα πράγμα το δικαίωμα στην αυτοάμυνα και άλλο να αντιμετωπίσεις την παρανομία με ένα παράνομο και ανεφάρμοστο -όπως έδειξαν τα μετέπειτα τραγικά γεγονότα- αίτημα για Ένωση με τον μητρικό κορμό.
Μεγάλες δυνάμεις και «διαίρει και βασίλευε»
Η σφοδρή διακοινοτική κρίση έδωσε την ευκαιρία στις Μεγάλες Δυνάμεις, ΗΠΑ και Βρετανία, να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους τους, που αυτήν τη φορά θα αποσκοπούσαν στην κατάργηση της ΚΔ και στη θεσμοθέτηση της διχοτόμησης.
Αποκαλυπτική των προθέσεων των ΗΠΑ ήταν η προτροπή του Αμερικανού Υφυπουργού Εξωτερικών, Τζορτζ Μπολ, προς τον επικεφαλής των τριμερών περιπόλων ανακωχής Μάρτιν Πάκαρτ, ο οποίος επιχειρούσε να εξομαλύνει την κατάσταση σε μικτά χωριά, αρκετές φορές με επιτυχία. Του ανέφερε συγκεκριμένα «Δεν κατάλαβες, γιε μου; Εδώ ο στόχος μας δεν είναι η επανένωση, αλλά η διχοτόμηση».
Τα πράγματα στην Κύπρο ακολούθησαν επικίνδυνες ατραπούς, όταν τον Ιανουάριο του 1964 στο Λονδίνο επιχειρήθηκε από τους Αγγλοαμερικάνους, διά του ούτω καλούμενου σχεδίου Σαντς - Μπολ να παραμεριστεί η διεθνώς αναγνωρισμένη ΚΔ και η Κύπρος να καταστεί ένα οιονεί προτεκτοράτο μεγάλων δυνάμεων, μέσω μιας πολιτικής επιτροπής στην οποία η ΚΔ δεν θα εκπροσωπείτο.
Ακολούθως, οι ΗΠΑ, η ανερχόμενη ηγεμονική δύναμη του ψυχροπολεμικού διεθνούς συστήματος, θα επιχειρήσει, μέσω του Αμερικανού απεσταλμένου Ντιν Άτσεσον, να καταλύσει την ΚΔ. Το σχέδιο, που εστίαζε στην επίφαση, είχε στην προμετωπίδα του την Ένωση, αλλά ως περιεχόμενο την διχοτόμηση, μέσω της διπλής ένωσης.
Καταληκτικά, εν είδει συμπεράσματος, Έλληνες και Τούρκοι αποδέχτηκαν τη Ζυρίχη όταν εμφανίστηκαν χειρότερες επιλογές στον ορίζοντα, για τους μεν η Ένωση και για τους δε η διχοτόμηση. Ωστόσο, οι φυγόκεντρες τάσεις φάνηκαν πολύ πιο δυνατές από την ροπή και τη δυναμική που θα μπορούσε να αναπτύξει το κοινό όραμα για μια ενιαία ανεξάρτητη ΚΔ. Όπως φαίνεται και από την παρούσα διαπραγμάτευση και τις θέσεις των Τ/κ για πολλαπλά βέτο σε όλο το φάσμα των κυβερνητικών λειτουργιών, αλλά και εγγυητικά δικαιώματα, η έλλειψη κοινού εδάφους για την επανένωση συνεχίζεται.
ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ
Επίκουρος Καθηγητής: Αmerican College
Επιστημονικός Συνεργάτης: Κέντρο Ανατολικών Σπουδών Παντείου




