ΠΟΡΕΙΑ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

ΣΧΕΔΙΑ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ… BREXIT


Η πορεία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ δεν ήταν ποτέ ανθόσπαρτη. Άλλωστε, το γεγονός ότι μετά από 13 χρόνια διαπραγματεύσεων έχει κλείσει μόνο ένα από τα 35 διαπραγματευτικά κεφάλαια του ευρωπαϊκού κεκτημένου, αποτελεί επαρκή ένδειξη. Κάποιες εξελίξεις όμως των τελευταίων χρόνων τής έχουν προσθέσει ορισμένα επιπλέον «βαρίδια», τα οποία την καθιστούν ακόμα πιο δυσκίνητη. Η Τουρκία βρίσκεται σε μία περίοδο ρήξης με το παρελθόν της και μετάβασης σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων, τόσο ως προς τα εξωτερικά όσο και ως προς τα εσωτερικά της ζητήματα.

Εξωτερικά ζητήματα

Αναφορικά με τα εξωτερικά ζητήματα, επί ημερών Ερντογάν, κυρίως από το 2010 και εντεύθεν, η Τουρκία ανέπτυξε μια ιδιαιτέρως φιλόδοξη περιφερειακή ατζέντα, η οποία αποσκοπούσε κατά το ελάχιστον στην αύξηση της επιρροής της χώρας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων και κατά το μέγιστον στο να καταστεί περιφερειακός ηγεμόνας με παγκόσμιο εκτόπισμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία επεδίωξε και επιδιώκει την αναβάθμιση του περιφερειακού και του διεθνούς της ρόλου, χρησιμοποιώντας τη «μαλακή ισχύ» (δηλαδή την επιρροή και την πειθώ) που μπορεί να ασκήσει επί των μουσουλμανικών πληθυσμών στις περιοχές αυτές. Η πολιτισμική (και όχι απλώς θρησκευτική) αυτή οπτική περί Ισλάμ καθιστούσε τη σύγκρουση με τον δυτικό πολιτισμό αναπόφευκτη, προκειμένου να προωθηθεί η εναλλακτική κοσμοθεωρία του Ισλάμ.

Ταυτόχρονα, η Τουρκία επιδιώκει μέσω της ανάδειξης μιας σειράς συμβολισμών να δώσει ώθηση στην προσπάθεια περιφερειακής και διεθνούς αναβάθμισης του κύρους της. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Ερντογάν και οι συνεργάτες του θεωρούν ότι η Τουρκία μπορεί και πρέπει να «παίζει» μαζί με τους μεγαλύτερος παίκτες του διεθνούς συστήματος, άρα έχει ανάγκη τον σεβασμό τους και την ένταξη στο ίδιο κλαμπ με αυτούς. Τα δεδομένα αυτά λειτουργούν αρνητικά ως προς την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ, καθ’ότι μειώνουν τη δέσμευση της Άγκυρας έναντι του στόχου αυτού και στέλνουν αρνητικά μηνύματα προς τις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Εσωτερικά ζητήματα

Εσχάτως, τα εσωτερικά ζητήματα, με αποκορύφωμα την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016 και τη συνταγματική αναθεώρηση του Απριλίου 2017, έχουν επισφραγίσει τη στροφή της χώρας από το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας προς μια πιο ανελεύθερη, αν όχι αυταρχική μορφή διακυβέρνησης. Το γεγονός αυτό δεν μένει απαρατήρητο από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, αλλά και από τα κράτη μέλη. Πλέον, το τουρκικό μοντέλο της «ισλαμοδημοκρατίας» έχει εξαφανιστεί τόσο από τις πολιτικές δηλώσεις όσο και από την εσχάτως παραχθείσα βιβλιογραφία.

Ως γνωστόν, ο σεβασμός του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την ένταξη νέου κράτους μέλους στην ΕΕ, στη βάση των λεγόμενων προ-ενταξιακών κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Η δε διαδικασία αξιολόγησης της προόδου μιας υποψήφιας χώρας είναι επίπονη και συχνά μακρά, ενώ απαιτεί χειροπιαστά στοιχεία προόδου από πλευράς υποψηφίου κράτους μέλους. Επιπλέον, η ένταξη νέου κράτους μέλους απαιτεί όχι μόνον την έγκριση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, αλλά και ομόφωνα όλων των υφιστάμενων κρατών μελών.

Αμοιβαία συμφέροντα

Το γεγονός ότι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, δεδομένου μάλιστα του κλίματος ευρωσκεπτικισμού και ισλαμοφοβίας που έχει καλλιεργηθεί εσχάτως στην Ευρώπη, έχει πλέον περισσότερους εχθρούς παρά φίλους, δεν είναι άγνωστο στους «παροικούντας την Ιερουσαλήμ». Τα εμπόδια είναι δεδομένα, περιλαμβανομένων και των κεφαλαίων του ευρωπαϊκού κεκτημένου που είναι παγωμένα λόγω του Κυπριακού. Εν τούτοις, παρά τις πρόσφατες αρνητικές τοποθετήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αρκετών ηγετών κρατών μελών, η διαδικασία συνεχίζεται με (επίσημα διακηρυγμένο) στόχο την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Και ο λόγος είναι απλός: υπάρχουν αμοιβαία συμφέροντα και σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ.

Αφενός η ΕΕ παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, αλλά και πηγή απευθείας χρηματοδότησης. Αφετέρου, η ΕΕ χρειάζεται τη συνεργασία της Τουρκίας στο προσφυγικό. Συνεπώς, όλοι επιλέγουν να παραμένουν επιβάτες του τρένου μέχρι την επόμενη στάση, παρά να το εγκαταλείψουν άτακτα, με τις συνέπειες που θα συνεπαγόταν μια τέτοια επιλογή. Εντούτοις, σύντομα θα πρέπει να ληφθούν γενναίες και ρεαλιστικές αποφάσεις για το μέλλον.

ΔΡ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων,
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Προς μια ειδική σχέση;


Μιας μορφής ειδική σχέση, η οποία να περιλαμβάνει και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενδεχομένως να αποτελούσε βάλσαμο και για την Τουρκία

Πέραν της πλήρους ένταξης υπάρχουν διάφορες επιλογές, οι οποίες περιγράφονται σε έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβριο. Οι επιλογές αυτές περιστρέφονται γύρω από την ιδέα της παραχώρησης ενός καθεστώτος ειδικής σχέσης για την Τουρκία. Μία επιλογή είναι η ενίσχυση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, για την οποία ήδη γίνεται αρκετή συζήτηση.

Μια άλλη επιλογή είναι εκείνη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Περιοχής, στην οποία συμμετέχουν η Ισλανδία, η Νορβηγία και το Λίχτενσταϊν και η οποία παρέχει στις χώρες αυτές (που δεν είναι μέλη της ΕΕ) πρόσβαση στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά. Εντούτοις και οι δύο αυτές επιλογές προνοούν διαπραγματευτική πρόοδο και γενναία βήματα από πλευράς Τουρκίας, τα οποία δεν φαίνεται μέχρι τούδε να πραγματοποιούνται.

Ενδεχομένως δε το μοντέλο που θα προκύψει για τις σχέσεις ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου, εάν τελικά ολοκληρωθεί με τον Α ή Β τρόπο η διαδικασία του Brexit, να φανεί χρήσιμο και για την περίπτωση της Τουρκίας. Ήδη ο απερχόμενος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Γιούνκερ, μίλησε για την πιθανότητα μιας «νέας τροχιάς» για τις δύο αυτές χώρες, με την προοπτική διαμόρφωσης ενός κοινού καθεστώτος.

Σε κάθε περίπτωση, μιας μορφής ειδική σχέση, η οποία να περιλαμβάνει και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενδεχομένως να αποτελούσε βάλσαμο και για την ίδια την Τουρκία, η οποία έτσι δεν θα αισθανόταν «φτωχός συγγενής» που απέτυχε να ενταχθεί στην ΕΕ μετά από τόσα χρόνια διαπραγματεύσεων, αλλά προνομιούχος εταίρος, από κοινού με μία μεγάλη παραδοσιακή δύναμη της Ευρώπης.

Και σε αυτό το επίπεδο οι συμβολισμοί αυτού του είδους είναι πολύ σημαντικοί για την προώθηση (ή την επικοινωνιακή διάσωση) του νεο-οθωμανικού οράματος για μια Τουρκία, η οποία θα είναι παίκτης «βαρέων βαρών», με περιφερειακό και παγκόσμιο εκτόπισμα.